ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ στους αιώνες των αιώνων!
Σαν σήμερα στις 18 Ιανουαρίου του 1915 γεννήθηκε η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, ο Βασίλης Τσιτσάνης, και επίσης σαν σήμερα στις 18 Ιανουαρίου 1984 έφυγε από τη ζωή.
Ακόμα όμως κι αν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, ο Τσιτσάνης άφησε πίσω του, εκτός από τα εκατοντάδες πασίγνωστα τραγούδια του, έναν ανέκδοτο πλούτο από στίχους και μελωδίες, κάποιες από τις οποίες κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό του μέσα στα 30 αυτά χρόνια ή παραμένουν ακόμα στο συρτάρι…
Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1915 στα Τρίκαλα. Ο πατέρας του Κώστας ήταν Ηπειρώτης, όπως και η μητέρα του Βικτωρία. Ο πατέρας του ήτανε τσαρουχάς, αλλά είχε μεράκι με τη μουσική και έπαιζε ένα παλιό ιταλικό μαντολίνο το οποίο, αργότερα, μακραίνοντας το μπράτσο το μετέτρεψε σε μπουζούκι.
Το όργανο αυτό πέρασε στα χέρια του μικρού Βασίλη και του αδερφού του Χρήστου. Στα γυμνασιακά του χρόνια ο Τσιτσάνης σπούδασε και μουσική στο Ωδείο, ενώ, έπαιξε και βιολί. Εκείνο, όμως, που τον συνέπαιρνε ήταν η μαντόλα, το αυτοσχέδιο μπουζούκι, με το οποίο συνέθεσε και τα πρώτα τραγούδια του. Τη Μάγισσα της αραπιάς, το Μες στην πολλή σκοτούρα μου κ.α. Οταν το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του, ως δικηγόρος, είχε στις αποσκευές του 40 ολοκληρωμένα τραγούδια.
Το 1938 πάει φαντάρος στη Θεσσαλονίκη, στο Τάγμα Τηλεγραφητών. Εκεί δημιουργεί μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του, ανάμεσα τους τη θρυλική Αρχόντισσα.
Στις άδειές του κατεβαίνει και τα ηχογραφεί στην Columbia με τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή. Τον Απρίλιο του 1940 απολύεται και επιστρέφει στην Αθήνα για να δουλέψει.
Ξεσπά ο πόλεμος και με την ειδικότητα του τηλεγραφητή φεύγει για το αλβανικό μέτωπο. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την είσοδο των Γερμανών φεύγει για την Θεσσαλονίκη, αφού πρώτα περνά από τα Τρίκαλα όπου βρίσκει το πατρικό του μισογκρεμισμένο. Στη Θεσσαλονίκη – όπου γνωρίζεται με τη Ζωή Σαμαρά, την οποία αρραβωνιάζεται και παντρεύεται λίγο μετά και με την οποία απόκτησε δύο παιδιά την Βικτωρία και τον Κώστα.
Τότε έγραψε το Μπαξέ τσιφλίκι, τις Νύχτες μαγικές, τα Πέριξ, την Αθηναίισα, την Αχάριστη, τη Συννεφιασμένη Κυριακή και πολλά άλλα.
Στη Θεσσαλονίκη δημιούργησε ένα μικρό μύθο στα μαγαζιά που δούλεψε, κυρίως, όμως, όταν άνοιξε το δικό του στέκι στην οδό Παύλου Μελά 22, το περίφημο «Ουζερί Τσιτσάνη».
Με την απελευθέρωση κατεβαίνει, για να εγκατασταθεί οριστικά, στην Αθήνα και να ηχογραφήσει, τα καινούρια τραγούδια που είχε δημιουργήσει όλο αυτό τον καιρό, φέρνοντας από τη Θεσσαλονίκη και τη νέα του αποκάλυψη, το βαρύ πυροβολικό του μεταπολεμικού τραγουδιού, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη.
Το ’46 αποτελεί ξεχωριστό σημείο αναφοράς και συγκριτικής αξιολόγησης στο έργο του. Με την επανεμφάνισή του στη δισκογραφία εισηγείται και νέες φωνές. Τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, τη Σωτηρία Μπέλλου, την Στέλλα Χασκήλ, και, βεβαίως, τη Μαρίκα Νίνου με την οποία δημιουργούν ένα ανεπανάληπτο ντουέτο που μένει στην ιστορία.
Από ένα σημείο και μετά θα προτιμήσει να ερμηνεύει ο ίδιος τα τραγούδια του, έχοντας για μεγάλα διαστήματα παρτενέρ του την Χαρούλα Λαμπράκη, την Αλεξάνδρα, τη Λιζέτα Νικολάου, την Ελένη Γεράνη κ.α.
Λιγοστές συμμετοχές σε τηλεοπτικά αφιερώματα, μετρημένες συνεντεύξεις και εμφανίσεις σε χώρους που συγκεντρώνουν ένα διαφορετικό κοινό (μπουάτ και συναυλίες) και η συνεχής παρουσία του στο πάλκο του κέντρου Χάραμα, όπου, κυρίως, τον ανακαλύπτει η νεότερη γενιά, δείχνουν την διάθεσή του να παραμείνει στις επάλξεις.
Κάποια από τα καινούρια τραγούδια του, όπως το χαρακτηριστικό Της Γερακίνας γιος σε στίχους του Κώστα Βίρβου, δημιουργούν αίσθηση και καταχωρούνται στις κορυφαίες στιγμές των τελευταίων χρόνων.
Τον Φεβρουάριο του 1980, σε μια από τις ωραιότερες ηχογραφήσεις του που γίνεται, με πρωτοβουλία της Unesco, στην κουζίνα του κέντρου Χάραμα, καταγράφεται για μια ακόμη φορά ζωντανά.
Τον Νοέμβριο του 1983 ένα κασετόφωνο εγγράφει το προσχέδιο των τελευταίων, όπως αποδεικνύεται, τραγουδιών του, το σπαρακτικό Με παρέσυρε εκείνη, την Ψυχή μοβόρα, την Γαλανομάτα και κάποια ακόμη.
Στις αρχές του Ιανουαρίου 1984, κι ενώ δουλεύει ακατάπαυστα εισάγεται με συμπτώματα κρυολογήματος στον Ευαγγελισμό όπου διεγνώσθη ότι πάσχει από καρκίνο του πνεύμονα.
Στις 9 Ιανουαρίου του 1984 φτάνει στο Λονδίνο προκειμένου να προβεί σε χειρουργική επέμβαση. Χειρουργείται στις 11 Ιανουαρίου και η εξέλιξη της υγείας του κρίνεται ικανοποιητική.
Έπειτα, όμως, από αλλεπάλληλες επιπλοκές που παρουσιάζει μετά το βράδυ της 16ης πέφτει σε κώμα. Στις 18 Ιανουαρίου του 1984, την ημέρα των 69ων γενεθλίων του, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο αγαπημένος Τσίλας για τους φίλους του, αφήνει την τελευταία πνοή στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου.
Ο τελευταίος αποχαιρετισμός έγινε στο Α’ Νεκροταφείο. Η ιστορία μοιάζει να τελειώνει εδώ, δεν είναι όμως έτσι, μιας και τα τραγούδια έμειναν να θυμίζουν στους αιώνες των αιώνων μια από τις σημαντικότερες μορφές του νεότερου λαϊκού πολιτισμού.






















