2ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΜΑΣΤΙΧΑΣ: Παραμυθάδες στη Χίο στις 30 Ιουλίου

Στο πλαίσιο του 2ου Φεστιβάλ Μαστίχας προβάλλεται την Πέμπτη 30 Ιουλίου το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ με παραμυθάδες από χωριά των Τρικάλων «Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί».

Γιαγιάδες και παππούδες, λαϊκοί παραμυθάδες από τα χωριά των Τρικάλων αφηγούνται στον κινηματογραφικό φακό παραμύθια και ιστορίες της υπαίθρου. Ένα οδοιπορικό καταγραφής, μύησης και μνήμης.
Μια ταινία αφιερωμένη στους τελευταίους –ίσως– ανθρώπους της γης μέσα στους οποίους είναι ακόμα ζωντανός ο απόηχος αιώνων προφορικής αφήγησης. Παραμύθια του κάμπου και των βουνών. Παραμύθια, για πάντα.

Πέμπτη, 30 Ιουλίου, στον αύλειο χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείου Χίου, Μιχάλων 8, ώρα 21.00

Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Βασίλης Λουλές
Σενάριο: Βασίλης Λουλές, Κώστας Μαχαίρας
Μοντάζ: Κινάν Ακάουϊ
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Διεύθυνση φωτογραφίας: Μιχάλης Γερανιός
Φωτογραφίες γυρισμάτων: Μάνος Κριτσωτάκης

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

«Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί από πάνω κόκκινα κι από κάτω κόσκινα»: έτσι τέλειωναν συχνά τα παραμύθια που έλεγαν παλιά οι άνθρωποι. Έτσι τελειώνουν και τώρα αυτά που λένε οι τελευταίοι –ίσως– γέροι παραμυθάδες στον κινηματογραφικό φακό, στο ντοκιμαντέρ που γύρισα στα χωριά των Τρικάλων Θεσσαλίας.

Άνθρωποι απλοί, βοσκοί, νοικοκυρές, αγρότες, άνθρωποι δεμένοι με τη γη και τα ζώα, αγράμματοι οι περισσότεροι, προικισμένοι όμως με το χάρισμα της αφήγησης, μάς καθηλώνουν και δημιουργούν ταξίδια στο μυαλό μας. Από στόμα σε στόμα, από παππούδες και γιαγιάδες στα παιδιά και στα εγγόνια, οι παραμυθάδες διέσωσαν ιστορίες, παραδόσεις και θρύλους, τραγούδια και στιχάκια που θα είχαν πια χαθεί. Μέσα από τις αφηγήσεις των παραμυθιών που κινηματογραφήσαμε ζωντανεύουν και πάλι η γεωργική και κτηνοτροφική παράδοση του τόπου, τα ζώα και τα φυτά, τα πυκνά δάση και οι μεγάλοι κάμποι, τα μονοπάτια, τα σταυροδρόμια, τα πηγάδια κι οι πηγές, ο κουρνιαχτός του δρόμου και η πρωινή ομίχλη, οι πονηρές αλεπούδες και οι αετοί που μιλάνε, οι νεράιδες, οι δράκοι και οι λάμιες, οι μύλοι και τα καρκατζάλια.

Ένα μεγάλο οδοιπορικό στα παραμύθια λοιπόν, μέσα από το οδοιπορικό των παλικαριών που ξεκινάν να βρουν την τύχη τους ή να κερδίσουν την καρδιά της όμορφης βασιλοπούλας, που συναντούν εμπόδια στο δρόμο, που στέκονται σε τρίστρατα και παίρνουν το μονοπάτι το δύσκολο και «…προχωράν και προχωράν…» και φτάνουν σε κόσμους άγνωστους πανέμορφους τρομακτικούς, και περιπλανώνται άσκοπα και ξεστρατίζουν και κοιμούνται όπου βρεθούν και νυχτωθούν. Αρετές του παλιού καιρού, τότε που ο χρόνος κύλαγε αλλιώς, που η βραδύτητα ήταν αρετή, που το θαύμα ήταν εφικτό κι ο στοχασμός θεωρούνταν σοφία – κι όχι χάσιμο χρόνου.
Αρετές και αξίες που φτάνουν πολύ πίσω, στα μεγάλα έπη του Ομήρου, του πρώτου παραμυθά που κατέγραψε τις προφορικές ιστορίες που είχαν φτάσει ως τις δικές του μέρες.

Το ντοκιμαντέρ «Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί» δεν αρκείται όμως στην καταγραφή του λόγου και στη διάσωση της προφορικής παράδοσης της περιοχής, δεν αναδεικνύει μόνο τον πλούτο των παραλλαγών πάνω στο ίδιο παραμύθι – από στόμα σε στόμα, από τόπο σε τόπο – αλλά προσθέτει και κάτι περισσότερο, κάτι που μόνον ο κινηματογράφος μπορεί: φέρνει στο φως τις χειρονομίες του αφηγητή, τις εκφράσεις του προσώπου, τις σιωπές και τις εντάσεις, τη γλώσσα του σώματος.

Όλα αυτά ακριβώς τα στοιχεία τα οποία προσδίδουν την δύναμη και την ιδιαιτερότητα στον κάθε παραμυθά. Η ντοπιολαλιά είναι όμορφη στα παραμύθια, ζωντανεύει τις εικόνες που περιγράφουν, ενώ τα εκφραστικά πρόσωπα των γερόντων είναι σαν ένα απέραντο τοπίο που δεν χορταίνεις να παρατηρείς, να θαυμάζεις, να απολαμβάνεις.
Πρόσωπα που, ακούγοντάς τα, μάς γεννούν εικόνες στο μυαλό και μας κάνουν να θέλουμε να πούμε ιστορίες κι εμείς, με τη σειρά μας. Όλοι εμείς, και οι μεγάλοι και τα παιδιά. […]