ΣΟΥΜΑ: Απολαυστικές ιστορίες από τα Βορειόχωρα

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΣΙΑΔΗ

Ιστορίες από τα χωριά της Αμανής, όπως εκείνος τις έζησε αλλά και του μεταφέρθηκαν από μεγαλύτερους, περιλαμβάνει το βιβλίο του Δημήτρη Ευθ. Τσιαδή «Εκείνα τα χρόνια θυμούμαι».

Εποχή της σούμας η τωρινή και σας μεταφέρουμε αποσπάσματα από το βιβλίο για τον τρόπο παραγωγής της και απολαυστικές ιστορίες των ανθρώπων τα χρόνια εκείνα…

«Οχτώβρης λοιπόν, και ξεκινάνε σιγά-σιγά οι προετοιμασίες για την παραγωγή σούμας. Μαζί με τον Αριούσιο οίνο η σούμα ή το ρακί, όπως αναφέρεται στα παλιά έγγραφα και διαθήκες των χωριών μας, αποτελούσαν τα μοναδικά οινοπνευματώδη της εποχής.

Τέτοιες μέρες, πλέον, είχε γίνει η διαλογή των σύκων. Τα βρώσιμα έχουν φουρνιστεί και είχαν μπει μέσα στους συκόπυθους, ανακατεμένα με βασιλικό και δάφνη και είχαν πηλωθεί.
Τα ρακόσυκα περίμεναν τη σειρά τους. Και τώρα πια βγαίνουν από τις παγκάρες και γίνεται πάλι μια ψιλοδιαλογή. Αυτή η δεύτερη διαλογή γινόταν γιατί ήξεραν οι σοφοί, λόγω πείρας, πρόγονοί μας, ότι όλα τα σύκα δε βγάζουν ρακί κι έτσι αυτά τα στεγνά τα κρατούσαν μόνο για τα ζώα.

Όσα ήταν για σούμα τα μετέφερναν στους μόνιμους τααρότοπους όσοι είχαν νόμιμες άδειες απόσταξης. Όσοι δεν είχαν τέτοιες άδειες τα πήγαιναν μακριά από το χωριό, στις λαγκαδιές που υπήρχε τρεχάμενο νερό. Εκεί θα έστηναν το παράνομο εργαστήρι τους.

Τέτοιες μέρες, επίσης, καθάριζαν τις σφύες που είχαν μέσα τα παλιά κρασιά και τις άφηναν καθαρές και έτοιμες για να δεχθούν τον καινούργιο Αριούσιο.

Τις ούλες (κατακάθια του κρασιού), τα ξινόκρασα (λάτζιρες) καθώς και τα απόρακα (αποπιόματα και κατακάθια σούμας) καθώς και τα τσάμπουρα από τα πατημένα σταφύλια, όλα αυτά ρίχνονταν μαζί με τα σύκα μέσα στις σφύες ή στα βαρέλια, καλύπτονταν με νερό και μετά σκεπάζονταν από πάνω με κάποιο καπάκι, συνήθως από πέτικα (φλοιός πεύκου) χαραγμένο στο μέγεθος του στομίου της σφύας.

Μετά το σκέπασμα γινόταν κάποια διεργασία στεγανοποίησης, για να μη γίνεται οξυγόνωση και έτσι να επιτευχθεί καλύτερη ζύμωση. Όλα μαζί τα υλικά που έριχναν μέσα στις σφύες λέγονταν βρέματα. Σκεπάζονταν, λοιπόν, με τα καπάκια και μετά ή τυλίγονταν τα στόμια με τσουβάλια και πανιά ή χρείζονταν με μέλαγκα (πηλό). Έτσι παρέμεναν για δεκαπέντε-είκοσι μέρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.

Μέχρι να γίνει η ζύμωση στα βρέματα τακτοποιούσαν σιγά-σιγά τα χαρτιά για τις άδειες απόσταξης, όσοι βέβαια δε διέθεταν τέτοιες άδειες. Όσοι δεν είχαν, τα βράδια μετέφεραν στις ρεματιές που θα ξεράκιζαν τα σύνεργά τους. Αυτά ήταν το καζάνι, το καπάκι, το βαρέλι με το λουλά ή μπουρνιά και οι μπουσέδες.

Σχεδόν κάθε οικογένεια στο χωριό, μέχρι την εποχή του Μεταξά είχε το δικό της νόμιμο “καζάνι”. Λέγοντας καζάνι εννοούσαν όλα αυτά τα συμπράγκαλα που ανέφερα. Με διαταγή, όμως, του Μεταξά αφαιρέθηκαν όλες οι άδειες και τα “καζάνια” καταστράφηκαν. Παρέμειναν μόνο δυο-τρεις άδειες σε κάθε χωριό.

Τότε, λοιπόν, που ήρθαν στο χωριό οι χωροφύλακες, για να τα καταστρέψουν, έγινε σούσουρο μεγάλο και κάποιοι διαπληκτισμοί. Όλοι οι χωριανοί είχαν να κάνουν γενικά με την πολιτική Μεταξά και τότε ήταν που ο προπάππους μου, ο γερο-Κάρμαντης ανεφώνησε το περίφημο για τον Κέραμο:

“Εν έχομε, μωρέ, και δυο αθρώπους να πα τους πουν:
“Βρε α συμμορφωθείτε, για α σας διαολίσομε στο ξύλο”.

Ο ΠΑΠΑ-ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΙ Η… ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΘΕΡΟΥ ΤΟΥ ΑΠ’ ΤΑ «ΒΡΟΪΣΙΑ»

Η διαδικασία αδειοδότησης για απόσταξη ήταν επίπονη, αφού έπρεπε να ταξιδέψεις δυο-τρεις ώρες με το μουλάρι για να πας στον πλησιέστερο σταθμό Χωροφυλακής.

Έχω την εντύπωση ότι νόμιμα ερεμπικάριζεν ο παπα-Χαράλαμπος απέσ’ απέκεινα τα ταάρια. Επήρε χαμπάρι ο πεθερός του αφ’ τα Βροΐσια, ο μπαρμπα-Σαραντής κι αφού προφανώς επήρε και κάνα δυο του συναφιού του ρακοπότες, εκατηφόρισε για Κέραμο μεριά. Επήε, λοιπόν, στα ταάρια και βλέπει το Χαράλαμπο να ξερακίζει μοναχός.

Τι έγινε, πεθερέ; Πώς κι εκατηφόρισες;
Να, βρε Χαράλαμπέ μου, είπαμε να σου βουθήσομε μόνο-μόνο να μην πολεμάς μοναχός σου.

Εκάτσαν οι γέροι στα Ρακανιά, όσον που τελείωσαν τα βρέματα του Χαράλαμπου, αλλά η σούμα που έβγαλεν το καζάνι εν επρόκαμνεν ούτε στην μπουρνιά να πέσει, όχι να γεμίσει τους μπουσέδες.

Κι έτσι επηαινόρχουνταν ο Χαράλαμπος στο χωριό κι εκουβάλιεν κι αφ’ την περσινή, που είχε μείνει στο σπίτι. Αφού ετελειώσαν τα βρέματα και μάζεψαν τα καζάνια, λε ο πεθερός του γαμπρού:

Εμείς πια Χαράλαμπε α φύομεν. Όσο εμπορούσαμε σου βουθήσαμε.
Λε κι ο γαμπρός του πεθερού.
Μωρέ ανεβούθειαν που μου κάμετε; Εδειάσετέ μου όλους τους μπουσέες και το λέτε κι ανεβούθεια;

ΑΠΑΓΟΡΕΥΓΕΤΑΙ; ΚΑΙ ΙΝΤΑ Α ΠΕΙ ΕΥΤΟ;

Ο μπαρμπα-Νικόλας ο Σιταράς αφ’ τα Βροΐσια ερεμπικάριζε μες σε μια λαγκαδιά νυχτιάτικα, ίσως απάνω του Σαλακού. Έπεσε μια καρφωτή και κατά τα μεσάνυχτα νάσου μπροστά του ο χωροφύλακας ντυμένος με πολιτικά ρούχα. Ο γέρος τον εγνώρισεν, αλλά τόπαιζεν αγράμματος που λένε.

Εν τω μεταξύ ήταν και η ώρα που έπρεπε να κατεβάσει το καζάνι.

Λέει, λοιπόν, ο χωροφύλακας:

Μπαρμπα-Νικόλα, ίντα κάμνεις έωνα τώρα;
Ίντα κάμνω; Εν ημπλέπεις ίντα κάμνω; Ξερακίζωm>.
Καλά εν το ξέρεις πως απαγορεύεται;
Απορημένος, δήθεν, ο γέρος λέει:
Απαγορεύγεται; Και ίντα α πει ευτό;
Θα πει ότι δεν κάνει να βγάζεις σούμα χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Είναι παράνομο.
Βρε Καρτσιμάν, που λέουσι.
Ναι μπαρμπα-Κατσιρμά.
Βρε, για πιάσε μου μάνι-μάνι να κατιάσομεν το καζάνι μη μας εύρει κάνας άδικος μπελάς.

ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΟΥ… ΣΔΟΕ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ

Η πώληση σούμας απαγορευόταν. Κατεβαίνοντας, λοιπόν, για τη Χώρα ένα ζευγάρι αγωγιάτες από τα Βροΐσια με τα μουλάρια φορτωμένα με διάφορα είδη προς πώληση, είχαν κι ένα μπουσέ γεμάτο σούμα, κι αυτός προς πώληση.

Στον Άγιο Σίδερο Πιτυούς τούς έγινε μπλόκο, τους σταμάτησε, δηλαδή, το ΣΔΟΕ. Τσεκάροντας το εμπόρευμα πάνω στα μουλάρια ανακαλύπτουν και τον μπουσέ με τη σούμα.

Παιδιά, ο μπουσές κατάσχεται, ξεφορτώστε τον, τα υπόλοιπα μπορείτε να τα πάρετε και να φύγετε.
Ε! τώρα, να μην πιούμε μια για το δρόμον, που είμεστε ξεθεωμένοι αφ’ την κούραση;
Ε, μιαν πια μπορείτε να πιείτε.

Όμως, μιαν ο ένας, μιαν ο άλλος καθίζουν κάτω το μπουσέν οι αγωγιάτες κι αφού τον εστεγνώσαν τον ξαναδίνουν του χωροφύλακα λέγοντάς του:
Πάρτον τώρα και κάμετον ό,τι θες.

(Στη βασική φωτογραφία του Τόλη Φλιούκα ο Μάμας Σιταράς επί το έργον κάποια χρόνια πριν…)