ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ ΣΤΟ ΟΜΗΡΕΙΟ
Παράλληλα με τη φυσική έκθεση, η οποία θα λειτουργεί μέχρι και το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026 στην αίθουσα εκθέσεων του α΄ορόφου του Ομηρείου, θα αναπτυχθεί ψηφιακή έκθεση στην νέα ιστοσελίδα της Πινακοθήκης.
Το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χίου και η Δημοτική Πινακοθήκη Χίου εγκαινιάζουν μια νέα περίοδο κατά την οποία σημαντικές ομάδες έργων της Πινακοθήκης θα εκτίθενται στις αίθουσες του Ομηρείου, οργανωμένες σε θεματικούς κύκλους ή ανάλογα με τις Συλλογές που έχουν δωρηθεί στην Δημοτική Πινακοθήκη.
Ως πρώτη τέτοια έκθεση, πιλοτική για το συγκεκριμένο εγχείρημα, οργανώνεται και παρουσιάζεται στο χιώτικο κοινό και τους επισκέπτες η έκθεση “Φρίξος Αριστεύς – Γιάννης Μηταράκης, Εικόνες της Χίου από τις Συλλογές της Δημοτικής Πινακοθήκης”. Πρόκειται για μια σειρά από έργα που δημιουργήθηκαν από το 1923 μέχρι το 1961 με διαφορετικές αφετηρίες και σκοπό και αποτυπώνουν στον καμβά όψεις του νησιού, όπως τις είδαν οι δυο μεγάλοι ζωγράφοι του 20ου αιώνα.
Ο Φρίξος Αριστεύς, γνωστός ως εκπρόσωπος του όψιμου συμβολισμού στην νεοελληνική τέχνη, ταξιδεύει στην Χίο τρεις φορές, το 1923, το 1936 και το 1945, κατόπιν παραγγελίας και οδηγιών του Φιλίππου Αργέντη. Έργα του βρίσκονται, εκτός από την Δημοτική Πινακοθήκη, στη Βιβλιοθήκη “Κοραής” και στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου. Οι ένδεκα πίνακες που εκτίθενται αναδεικνύουν την ικανότητα του ζωγράφου και στην τοπιογραφία και αποκαλύπτουν το σχέδιο του Αργέντη για την καταγραφή του χιώτικου πολιτισμού και περιβάλλοντος κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου.
Ο Γιάννης Μηταράκης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, επιστρέφει επανειλημμένα στην πατρίδα του Χίο, από το 1923 μέχρι τον θάνατο του, και καταγράφει με την φωτογραφική του μηχανή και τον χρωστήρα του όψεις της πόλης και των χωριών με έμφαση στην καθημερινή ζωή των λαϊκών στρωμάτων. Η έκθεση των λίγων έργων του, η δωρεά των οποίων αποτέλεσε την αφετηρία για τη δημιουργία της Πινακοθήκης του Δήμου, μετά τους πίνακες του Αριστέα δείχνει τη διαφορά γενιάς και την εξέλιξη της νεοελληνικής τέχνης στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.












