ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Ο «γιος της καθαρίστριας» που τραγουδούν όλοι οι Ελληνες

14 Νοεμβρίου του 1935 γεννήθηκε στην Αθήνα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος από γονείς πρόσφυγες.

Ξεκίνησε την πορεία του στο τραγούδι στα πρώτα χρόνια του ’60, υπογράφοντας ένα τεράστιο αριθμό τραγουδιών μεγάλης αξίας.

Πληθωρική προσωπικότητα, συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους μεγάλους συνθέτες και τραγουδιστές για δεκαετίες και οι στίχοι του έχουν μείνει στα χείλη όλων των Ελλήνων.

Στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου έχουν μελοποιήσει οι:

Μ. Λοΐζος, Γ. Σπανός, Σ. Ξαρχάκος, Χ. Νικολόπουλος, Μ. Θεοδωράκης, Μ. Πλέσσας, Γ. Ζαμπέτας, Απ. Καλδάρας, Γ. Χατζηνάσιος, Κ. Χατζής, Χρ. Λεοντής, Γ. Μαρκόπουλος, Θ. Πολυκανδριώτης, Λ. Κόκοτος, Λ. Κηλαηδόνης, Στ. Κουγιουμτζής, Δ. Μούτσης, Γ. Κριμιζάκης, Χρ. Γκάτσος, Γ. Κατσαρός, Β. Πιτσιλαδής, Ν. Ιγνατιάδης, Α. Σέμπος, Ν. Λαβράνος, κά..

Τα τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει οι:

Στ. Καζαντζίδης, Γρ. Μπιθικώτσης, Μαρινέλλα, Β. Μοσχολιού, Στ. Κόκοτας, Γ. Πουλόπουλος, Στρ. Διονυσίου, Δ. Μητροπάνος, Χ. Αλεξίου, Γ. Νταλάρας, Γ. Πάριος, Δ. Γαλάνη, Τ. Βοσκόπουλος, Μ. Μητσιάς, Γ. Καλατζής, Π. Πάνου, Μ. Φαραντούρη, Κ. Χατζής, Ρ. Κουμιώτη, Τζ. Βάνου, Α. Μαβίλη, Α. Αλιμπέρτη, Β. Παπακωνσταντίνου, Τ. Τσανακλίδου, Κ. Καράλης, Δάκης, Αλ. Κανελλίδου, Γλυκερία, Μ. Βιολάρης, Μ. Κωχ, Γ. Κούτρας, Δ. Ευσταθίου, Τζ. Καρέζη, Αλ. Βουγιουκλάκη. κ.ά.

Δηλαδή ολόκληρη η ελληνική μουσική σκηνή.

Επίσης ανέπτυξε συγγραφικό έργο, ενώ με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα στήριξε το καλό τραγούδι και τους εκπροσώπους του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα από «εξομολόγησή του» στη Lifo.

«Η πλατεία Βικτωρίας είναι η αγαπημένη μου περιοχή. Για μένα πατρίδα είναι η γειτονιά μου. Όταν γεννήθηκα εκεί, σ’ ένα δρομάκι στην οδό Φωκαίας πριν από 78 χρόνια, η πλατεία λεγόταν « Κυριακού».

Η πιο βάρβαρη ανάμνησή μου από τα παιδικά μου χρόνια και την Κατοχή είναι η πείνα. Όταν έπεσε ο λιμός το 1941 πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι.

Όπως τώρα δίνουν συσσίτια σε ορισμένα σχολεία, τότε μας έδιναν λακέρδα και μια χούφτα σταφίδες. Έτσι πέρασα την Κατοχή. Επίσης, πήγαινα στον Άγιο Παντελεήμονα, εκεί που γίνονται οι φασαρίες τώρα, μ’ ένα κατσαρολάκι κι έπαιρνα από το λαϊκό συσσίτιο λίγα φασόλια, μανέστρα με λίγη ντομάτα, καμιά ρέγκα.

Πήγα γυμνάσιο σε αυτό το κτίριο που αργότερα ονομάστηκε βίλα «Αμαλία». Η μάνα μου εργαζόταν εκεί καθαρίστρια. Οι καθηγητές, κατά κανόνα, ήταν αγράμματοι άνθρωποι, με κακό παιδαγωγικό επίπεδο. Με αποκαλούσαν, θυμάμαι, «ο γιος της καθαρίστριας». Δεν το λένε αυτό σ’ ένα παιδάκι, θα πληγωθεί.

Ήμουν πολύ καλός μαθητής. Όχι γιατί είχα καμιά ιδιαίτερη έφεση – διάβαζα από άμυνα. Συμμαθητές μου ήταν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο Αλέκος Φασιανός και ο Χρήστος Γιανναράς. Με τον Γιανναρά και τον Αγγελόπουλο δεν έκανα πολύ παρέα. Είχαμε μια κόντρα γιατί ήταν χριστιανόπουλα και πήγαιναν στο Κατηχητικό. Αντίθετα, οι άλλοι δύο ήμασταν πιο αριστεροί.

Αυτή η τετράδα που σου ανέφερα, όμως, παρά τις διαφωνίες που μπορεί να είχε μεταξύ τους, είχε κι έναν ισχυρό συνεκτικό δεσμό, την αγάπη για τη λογοτεχνία. Μπήκα στη Νομική Αθηνών. Έπρεπε να μπω σε κάποια δουλειά γιατί με είχαν σφάξει η πείνα και η ανασφάλεια.

Στην πορεία, επειδή είχα αρχίσει να γράφω, μου μπήκε η ιδέα να γίνω δημοσιογράφος. Ένας φίλος μου, ο Νίκος Άγας, με πληροφόρησε πως ο Λαμπράκης θα έβγαζε μια αθλητική εφημερίδα, την «Ομάδα», και με ρώτησε αν θα ήθελα να με πάρουν εκεί.

Πήγα χωρίς λεφτά και μου ανέθεσαν να γράψω για ένα ματς. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση το κείμενό μου, με ενέταξαν στο προσωπικό της εφημερίδας και άρχισα να γράφω τα αθλητικά και στο «Βήμα» και στα «Νέα».

Στην αρχή έκανα πολύ «ελεύθερο» και μετά έγινα βοηθός αρχισυντάκτη. Ήταν πολύ σκληρές οι συνθήκες τότε. Πηγαίναμε στις 11 το βράδυ στο τυπογραφείο και στις 6 το πρωί έπρεπε να κλείσουμε το φύλλο.

Όλα αυτά τα ξενύχτια τα πληρώνεις μετά από καιρό. Εγώ έπαθα του κόσμου τις αρρώστιες, και κυρίως ένα έμφραγμα. Η γενιά μου δούλεψε πάρα πολύ σκληρά για να βγάλει το ψωμί της στη δημοσιογραφία και φοβάμαι πως και η τωρινή γενιά θα τραβήξει πάρα πολλά.

Η δημοσιογραφία με βοήθησε πολύ στη στιχουργική. Συνδέονται αρκετά. Στη δημοσιογραφία λες την είδηση αμέσως. Έτσι και στους στίχους, δεν γίνεται να πλατειάζεις. Πρέπει να είσαι καίριος και να λες στα τρία λεπτά που διαρκεί ένα τραγούδι όσα μπορεί να γράφει ένα ολόκληρο βιβλίο: «φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι». Αυτόματα αλλάζει ο κόσμος.

Με το πρώτο τραγούδι που έγραψα, την «Άπονη ζωή», επιβλήθηκα, μαζί με τον Ξαρχάκο. Όταν είσαι 28 χρόνων και σε τραγουδάει όλη η Ελλάδα και δεν έχεις διαβάσει, δεν ξέρεις λογοτεχνία και δεν έχεις μια οικογένεια να σε συγκρατεί, την ψωνίζεις.

Εγώ το απόλαυσα, αλλά δεν την ψώνισα. Σε γράφουν οι εφημερίδες, σε λεν τα ραδιόφωνα, έρχονται οι γκόμενες. Βέβαια, όσον αφορά τις γκόμενες, ο στιχουργός είναι τρίτος στην ιεραρχία, μετά τον τραγουδιστή και τον συνθέτη.

Όταν έκανα τον «Δρόμο», επέβαλα να μπαίνει το όνομα του στιχουργού μαζί με του συνθέτη μπροστά. Η μαγκιά μου ήταν ότι έβαλα τη γειτονιά μέσα στο τραγούδι.

Η «Οδός Αριστοτέλους» είναι εκεί που έμενα, το «Άγαλμα» ήταν στην πλατεία Βικτωρίας, «Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής» ή το «Σπίτι παλιό, ήσουν εδώ», Φυλής και Δεριγνύ. Ονομάτισα τους δρόμους.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, όταν άκουσε την «Άπονη Ζωή», δήλωσε πως «αυτός είναι ο καλύτερος απ’ όλους μας και θα μας στείλει όλους στη σύνταξη». Ο Τσιτσάνης είναι ανυπέρβλητος. Κανείς δεν έγινε καλύτερος από αυτόν. Ούτε ο Θεοδωράκης, ούτε ο Χατζιδάκις.

Οι τραγουδιστές είναι περίεργη φάρα. Δεν μπορούσες να συζητήσεις μαζί τους. Το μόνο που τους ενδιέφερε, και τότε και τώρα, ήταν να πάρουν το τραγούδι σου και να το κάνουν επιτυχία για να μπορούν να πάνε στο νυχτερινό κέντρο και να πάρουν από τον ιδιοκτήτη όσο πιο πολλά μπορούν.

Ο Άκης Πάνου, που ήταν θυμόσοφος, θεωρούσε τους τραγουδιστές ό,τι χειρότερο υπάρχει στον κόσμο. Όλους, εκτός από τον Στέλιο. Πίστευε ότι τραγούδι είναι τα λόγια και η μουσική. Ο τραγουδιστής, όπως έλεγε και ο Καλδάρας, είναι ο έμπορος του τραγουδιού.

Αν καταστρεφόταν ο κόσμος, από τα 1.200 τραγούδια που έχω γράψει, θα διάλεγα να απομείνει το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» γιατί έχει ένα σπουδαίο τετράστιχο: «Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει, σαν αμάξι γέρικο, στην ανηφοριά». Μόνο αυτό αν έμενε, θα ήμουνα ευχαριστημένος».

ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ το Σαββατόβραδο στην Καισαριανή και το Βρέχει φωτιά στη στράτα μου

Αφήστε μια απάντηση