ΑΡΘΡΟ
του ΛΕΩΝΙΔΑ ΠΥΡΓΑΡΗ
Φιλόλογος καθηγητής Γυμνασίου Βολισσού
Η Άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως (1453) και η επακόλουθη τουρκική κατάκτηση τού ελλαδικού χώρου υπήρξε η μεγίστη τών συμφορών τού ελληνικού έθνους. Η ζωή, η τιμή και η περιουσία τών υποδούλων ήταν στη διάκριση τών υπερφίαλων κατακτητών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν τον ηττημένο ραγιά ως το ευτελέστατο πράγμα τού κόσμου. Οι κυριότερες συνέπειες από την τουρκική κατάκτηση είναι:
α) μείωση τού ελληνικού πληθυσμού: αίτια για την ελάττωση τού πληθυσμού υπήρξαν οι σφαγές, οι εξισλαμισμοί (συνειδητοί ή βίαιοι), το παιδομάζωμα, η ναυτολογία τών Ελλήνων από τους Τούρκους, η αθρόα φυγή τών ευπορότερων οικογενειών στο εξωτερικό, η πειρατεία.
– οι σφαγές: και πριν από την Επανάσταση τού 1821 οι Τούρκοι προέβησαν σε σφαγές Ελλήνων προκειμένου να καταστείλουν εξεγέρσεις τών υποδούλων.
Έτσι, μετά την αποτυχημένη επανάσταση τών αδελφών Ορλώφ (1770), ολόκληρη η Πελοπόννησος υπέστη τρομερές σφαγές από Τουρκαλβανούς. Μονάχα στην Πάτρα σφαγιάστηκαν 3.000 άτομα.
Στην Κρήτη, η Επανάσταση τού Δασκαλογιάννη (1770-1771) οδήγησε σε εκτεταμένες σφαγές στην ευρύτερη περιοχή τών Σφακίων. Ο Δασκαλογιάννης (Ιωάννης Βλάχος), για να αποτρέψει τον αφανισμό τών Σφακίων, παραδόθηκε, και οι Τούρκοι τον έγδαραν ζωντανό στην πλατεία τού Ηρακλείου.
Οι ναυτικές επιχειρήσεις τού Λάμπρου Κατσώνη (1788-1792) εξώθησαν τούς Οθωμανούς σε αντίποινα κατά τών περιοχών εκείνων που θεωρήθηκαν υποστηρικτές του.
Οι μακροχρόνιοι πόλεμοι τού Αλή Πασά τών Ιωαννίνων εναντίον τού Σουλίου είχαν ως αποτέλεσμα επανειλημμένες βιαιοπραγίες κατά τών Σουλιωτών, με αποκορύφωμα τη Θυσία τού Ζαλόγγου.
Το 1806, στην Πελοπόννησο, εξαπολύθηκε ο «Μεγάλος Διωγμός»: καταδιώχθηκαν ανηλεώς οι κλέφτες και αφανίσθηκαν οι περιοχές που τους υπέθαλπαν.
Αλλά και αμέσως μετά την έναρξη τής Επαναστάσεως, οι Τούρκοι ως αντίποινα πραγματοποίησαν μεγάλες σφαγές[1]:
Στην Κων/πολη πραγματοποιήθηκαν διωγμοί και εκτελέσεις (1821) και ο απαγχονισμός τού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄.
Στη «Σφαγή τής Σαμοθράκης» (1η Σεπτ. 1821) εκ των 15.000 κατοίκων τής νήσου σώθηκαν μονάχα 33 οικογένειες. Οι υπόλοιποι είτε θανατώθηκαν είτε οδηγήθηκαν στη σκλαβιά.
Μετά την αποτυχημένη επανάσταση στη Μακεδονία, ακολούθησε το «Ολοκαύτωμα τής Νάουσας» (12-13 Απριλίου 1822). Περισσότεροι από 2.000 Ναουσαίοι σφαγιάστηκαν ή απαγχονίσθηκαν. Τότε 13 γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους προτίμησαν να γκρεμιστούν στα νερά τού ποταμού Αραπίτσα παρά να ατιμαστούν.
Στη διαβόητη «Σφαγή τής Χίου» (1822)[2] περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι θανατώθηκαν, πάνω από 20.000 εξανδραποδίσθηκαν και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα τής Σμύρνης και της Αλεξάνδρειας.
Στην «Καταστροφή τής Κάσου» (Ιούνιος 1824) οι Οθωμανοί εξόντωσαν περισσότερους από 3.000 Έλληνες επί συνολικού πληθυσμού 7.000, ενώ 2.000 γυναικόπαιδα τα πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα τής Ανατολής.
Στην «Καταστροφή τών Ψαρών» (1824) ο οθωμανικός στόλος αφάνισε το νησί, δημιουργώντας χιλιάδες θύματα και αιχμαλώτους. Από τους 30.000 κατοίκους τών Ψαρών οι 7.000 δολοφονήθηκαν ενώ οι 17.000 πουλήθηκαν ως δούλοι.
Κατά την «Έξοδο τού Μεσολογγίου» (10-11 Απριλίου 1826), από τους 12.000 Ελεύθερους Πολιορκημένους σώθηκαν μονάχα οι 1.200, ενώ 6.000 γυναικόπαιδα πουλήθηκαν στην Κων/πολη και Αλεξάνδρεια.
– οι εξισλαμισμοί: ηθελημένοι ή βίαιοι ξεκίνησαν πριν από την Άλωση, και συνεχίστηκαν μετά για αιώνες. Πολλοί χριστιανοί, λόγω τού φόβου τών Τούρκων, εμφανίζονταν ως μουσουλμάνοι, ενώ στη συνείδηση παρέμεναν χριστιανοί. Ωστόσο, παρά την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών, οι εξισλαμισμοί αποτέλεσαν βασική αιτία μειώσεως τών ελληνικών πληθυσμών. Ιδιαίτερη δοκιμασία από τους εξισλαμισμούς υπέστη το ελληνικό στοιχείο τής Μικράς Ασίας, μεγάλο μέρος τού οποίου εξαφανίσθηκε.
– το παιδομάζωμα: αυτό υπήρξε η χειρότερη μορφή εξισλαμισμού, διότι τα αγόρια που άρπαζαν[3] οι κατακτητές από τις ελληνικές οικογένειες τα μεταμόρφωναν στους πιο σκληρούς και απηνείς[4] διώκτες τών ελληνικών πληθυσμών. Πιθανόν το παιδομάζωμα να ξεκίνησε κατά το πρώτο ήμισυ τού 15ου αι., και συνεχίσθηκε έως και το τέλος τού 17ου αι. Στην αρχή το παιδομάζωμα γινόταν κάθε πέντε χρόνια, μετά κάθε τέσσερα, τρία ή δύο χρόνια, αναλόγως τών στρατιωτικών αναγκών τού τουρκικού κράτους. Οι στρατολογημένοι νέοι, ηλικίας 14-18 ετών ή 15-20[5], ήταν προορισμένοι να στελεχώνουν το «Σώμα Γενιτσάρων»[6]. Επέλεγαν τους πλέον κατάλληλους γι’ αυτόν το σκοπό, τους σωματικώς ακμαίους και εύστροφους. Αφού τους συγκέντρωναν, τους έστελλαν στην Κων/πολη[7]. Εκεί τούς ασκούσαν θρησκευτική και στρατιωτική εκπαίδευση. Εκτός από τα παιδιά χριστιανών, που τα προόριζαν οι Τούρκοι για γενιτσάρους, δια του παιδομαζώματος συνέλεγαν και μικρότερα αγόρια 6-10 ετών. Αυτά τα προόριζαν για την υπηρεσία τών σουλτανικών ανακτόρων τής Αδριανουπόλεως και Κων/πόλεως. Αυτά τα παιδιά, ύστερα από εκπαίδευση 14 ετών, τα τοποθετούσαν ως ακολούθους τού σουλτάνου[8], πασάδες[9] και μπέηδες[10].
Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος υπολογίζει ότι κατά τους δύο πρώτους αιώνες τού παιδομαζώματος στρατολογήθηκαν περίπου 1.000.000 αγόρια. Ακόμα κι αν θεωρηθεί ο αριθμός αυτός υπερβολικός, σίγουρα μια τόσης εκτάσεως πληθυσμιακή αιμορραγία υπήρξε μέγας κίνδυνος[11] για την εθνική επιβίωση τού ελληνισμού.
– η ομαδική φυγή ελληνικών πληθυσμών στο εξωτερικό: αμέσως μετά την Άλωση (1453) μετανάστευσαν, κατά μαζικό τρόπο, ελληνικοί πληθυσμοί προς τη Δύση και άλλες περιοχές. Η Ιταλική Χερσόνησος αποτέλεσε τον κύριο πόλο έλξεως πολλών Βυζαντινών προσφύγων. Αυτοί εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Βενετία, στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, στη Νάπολη. Άλλοι πάλι κατέφυγαν σε Λατινοκρατούμενες περιοχές (Κρήτη, Κύπρο, Επτάνησα, νησιά Αιγαίου). Μετακινήσεις Βυζαντινών προσφύγων παρατηρήθηκαν και προς τη Βόρεια Βαλκανική, τη Ρωσία, τον Εύξεινο Πόντο, ακόμα και προς την Ιβηρική Χερσόνησο.
Εκείνοι οι πρόσφυγες ήταν: λόγιοι και καλλιτέχνες, στρατιωτικοί (Βυζαντινοί μισθοφόροι που υπηρέτησαν σε ευρωπαϊκούς στρατούς), έμποροι και τεχνίτες, απλοί και φτωχοί άνθρωποι (αναζητούσαν οικονομικούς πόρους για την απελευθέρωση αιχμαλώτων συγγενών τους).
Όλοι εκείνοι οι μετανάστες δημιούργησαν τις ελληνικές παροικίες τού εξωτερικού, οι οποίες και συνετέλεσαν στην πνευματική αφύπνιση τού ελληνισμού και στην καλλιέργεια επαναστατικής και εθνεγερτικής ιδεολογίας.
– η ναυτολογία τών Ελλήνων: μια ακόμα αιτία τής φθοράς τού ελληνικού στοιχείου υπήρξε η υποχρεωτική ναυτολόγηση τών ραγιάδων, κατά τους πρώτους αιώνες τής οθωμανικής κατακτήσεως. Στρατολογούσαν άνδρες ηλικίας από 15 έως και 50 ετών, για την κάλυψη τών αναγκών τού οθωμανικού στόλου. Βέβαια οι στρατολογημένοι ραγιάδες είχαν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν εκείνη τη ναυτική υπηρεσία, καταβάλλοντας έναν ειδικό φόρο (αβαρίτς[12]), ο οποίος όμως ήταν ιδιαιτέρως επαχθής[13]. Οι συνθήκες ζωής τών ναυτών μέσα στα οθωμανικά πλοία ήταν άθλιες: πείνα, δίψα, άγρια σκληρότητα. Οι συνεχείς ναυτικές επιχειρήσεις τών Τούρκων κατά τών Βενετών, κατά τών Ρώσων και άλλων αντιπάλων τής οθωμανικής αυτοκρατορίας επέφεραν ασθένειες στα ναυτικά πληρώματα, οι οποίες εν συνεχεία δημιούργησαν χιλιάδες νεκρούς. Υπολογίζεται ότι μονάχα στη Ναυμαχία τής Ναυπάκτου (1571) οι νεκροί και τραυματίες τού οθωμανικού στόλου ανήλθαν στις 30.000. Ίσως οι μισοί εξ εκείνων να προήρχοντο από ελληνικές περιοχές.
– η πειρατεία: εμφάνισε έξαρση στους χρόνους εκείνους. Οι πειρατές, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, διενεργούσαν επιδρομές εναντίον εμπορικών πλοίων, εναντίον μοναστηριών, εναντίον νησιών. Οι πειρατικές επιθέσεις αποτέλεσαν βασικό συντελεστή φθοράς: νησιά ολόκληρα ερημώθηκαν και πόλεις ακμάζουσες εγκαταλείφθηκαν. Ο απόηχος εκείνων τών πειρατικών επιδρομών και των συνακόλουθων συμφορών επιβίωσε μέσω λαϊκών παραδόσεων και δημοτικών τραγουδιών.
β) καταστροφή τής περιουσίας τών Ελλήνων: τα ευφορότερα κτήματα τών Χριστιανών αφαιρέθηκαν από Έλληνες και δόθηκαν σε Τούρκους πολεμιστές ή στα τζαμιά[14] ως βακούφια[15]. Πολλοί Έλληνες έμειναν χωρίς γεωργική γη και έγιναν καλλιεργητές στα πρώην δικά τους κτήματα που ήδη είχαν περιέλθει στους Τούρκους. Μόνον ορεινά και απομακρυσμένα μέρη παραχωρήθηκαν στους Έλληνες έναντι εισφοράς τού ενός πέμπτου τών παραγομένων προϊόντων τους.
γ) κακοπάθεια τής ίδιας τής χώρας: καταστράφηκαν δάση, αποχερσώθηκε η γη, παραμελήθηκε το οδικό δίκτυο τής χώρας.
δ) καταστροφή τού ελληνικού πολιτισμού: η απαιδευσία τών κατακτητών κατέστρεψε την ελληνική παιδεία. Απλώθηκε σκότος αμάθειας, ιδίως κατά τους πρώτους αιώνες τής δουλείας. Επίσης πολλές αρχαιότητες, υπό την ανοχή τής οθωμανικής διοικήσεως, κλάπηκαν και φυγαδεύτηκαν σε χώρες τού εξωτερικού. Η ελληνική γλώσσα, κυρίαρχη άλλοτε σε όλη την Ανατολή, περιορίσθηκε σε λίγα εκατομμύρια ανθρώπων.
ε) εξευτελισμοί τών υποδούλων και διαφθορά τού χαρακτήρα τους: οι υπόδουλοι υφίσταντο ποικίλους εξευτελισμούς. Οι κατακτητές τούς χαρακτήριζαν «ραγιάδες»[16] (=δούλους) και «γκιαούρηδες»[17] (=άπιστους). Οι κατακτημένοι δεν είχαν ασφάλεια ζωής, τιμής και περιουσίας. Κατέβαλλαν επαχθέστερη φορολογία και πλήρωναν τον «κεφαλικό φόρο» (χαράτσι[18]) προς τον σουλτάνο. Οι ραγιάδες, θεωρούμενοι απόλεμοι, δεν υπείχαν υποχρέωση στρατολογήσεως, ωστόσο πλήρωναν ειδικό φόρο (μπιντέλι[19]). Ήταν δε υποχρεωμένοι να παρέχουν διάφορες αγγαρείες[20] σε περιόδους πολέμων.
Και ο χαρακτήρας τών υποδούλων[21] αλλοιώθηκε εφόσον εξέλιπε απ’ αυτούς το ελεύθερο φρόνημα. Συνήθισαν στην υποκρισία, το ψέμα και τη δουλοπρέπεια για να μπορέσουν να επιζήσουν, στοιχεία τα οποία – δυστυχώς – μέχρι και σήμερα ακόμα επιβιώνουν στον χαρακτήρα τών νεοελλήνων.
Β) Οργάνωση τών υποδούλων Ελλήνων εντός τού οθωμανικού κράτους
Το γεγονός ότι οι Οθωμανοί ήταν κυρίως πολεμιστές και είχαν ανάγκη παραγωγών, δηλαδή γεωργών και τεχνιτών, υπήρξε και ο λόγος διατηρήσεως τών Ελλήνων. Γενικότερα οι Οθωμανοί διατήρησαν εντός τού κράτους των τις διάφορες ξένες εθνότητες (Αρμενίους, Εβραίους, Αλβανούς, Βουλγάρους, Σέρβους, Βλάχους), υπό τον όρο εκείνες να καταβάλλουν φόρους.
Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής, αμέσως μετά την Άλωση, παραχώρησε στους υπόδουλους Έλληνες αυτοδιοίκηση, στον θρησκευτικό και κοινοτικό τομέα. Αυτού τού είδους η αυτοδιοίκηση – θρησκευτική και πολιτική – χαρακτηρίσθηκε «Προνόμια τού Ελληνικού Έθνους». Εκείνα τα Προνόμια ήταν:
-
i. ελευθερία θρησκείας και γλώσσας.
-
ii. προστασία και απαραβίαστο τού κλήρου – χορηγία στον κλήρο πολιτικών, θρησκευτικών και δικαστικών δικαιοδοσιών.
iii. ελευθερία δημοτικής-κοινοτικής διοικήσεως.
α. Θρησκευτική Αυτοδιοίκηση – Θρησκευτικά Προνόμια – Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία
Ευθύς μετά την Άλωση ο Μωάμεθ Β΄ απέδειξε ότι όχι μόνον δεν θα καταδίωκε την Εκκλησία αλλ’ αντιθέτως θα την προστάτευε. Συμπεριφέρθηκε έτσι για λόγους σκοπιμότητας: ήθελε οι Χριστιανοί να μην υπόκεινται στην επιρροή τού Πάπα ή των χριστιανών ηγεμόνων τής Δύσεως. Όφειλε λοιπόν να υποστηρίξει τη μερίδα τών λεγομένων Ανθενωτικών[22]. Ως εκ τούτου επέλεξε ως Πατριάρχη τον Γεώργιο Σχολάριο, φανατικό ανθενωτικό και αντιτιθέμενο στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας.
Ο Σχολάριος[23], αφού ελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία, αναγορεύθηκε[24] «Επίσκοπος και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», με το όνομα Γεννάδιος[25]. Κατά τη στέψη τού Σχολαρίου σε Πατριάρχη (6 Ιανουαρίου 1454), ο ίδιος ο Μωάμεθ τού ενεχείρισε[26] την ποιμαντορικήν ράβδον, το «δεκανίκιον»[27], σύμβολο τής εξουσίας τού Πατριάρχη, όπως έπρατταν σε παλαιότερους καιρούς και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες. Εν συνεχεία προέπεμψε ο Μωάμεθ τον Πατριάρχη έως την έξοδο τού παλατιού του, τον βοήθησε ο ίδιος να ανεβεί πάνω σε «ευτρεπισμένον άλογον» και διέταξε να τον συνοδεύσει τιμητική φρουρά έως την εκκλησία τών Αγίων Αποστόλων, που παραχωρήθηκε στο Πατριαρχείο.
Με διάταγμα (βεράτιο[28])ο Μωάμεθ παραχώρησε στον Πατριάρχη συγκεκριμένα προνόμια, δια των οποίων η Εκκλησία αφενός αποκτούσε ένα είδος αυτονομίας και ανεξαρτησίας και αφετέρου ερρυθμίζοντο οι σχέσεις Πατριαρχείου και οθωμανικού κράτους. Εκείνα τα προνόμια ήταν εκκλησιαστικά-θρησκευτικά, πολιτικά και δικαστικά.
Εκκλησιαστικά προνόμια
Αυτά τα ασκούσε ο Πατριάρχης από κοινού με την Ιερά Σύνοδο που τον περιστοίχιζε:
-
Ο «Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης» αποκτά την ανώτατη εποπτεία τών μητροπολιτών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων, των μοναστηριών και των περιουσιών τους.
-
Ο Πατριάρχης έχει τη δυνατότητα να διορίζει, να παύει και να μεταθέτει τούς ανώτερους κληρικούς (μητροπολίτες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους).
-
Ασκεί πειθαρχική και ποινική δικαιοδοσία στον κλήρο.
-
Η Υψηλή Πύλη διατηρεί το δικαίωμα να συλλαμβάνει και να δικάζει ανώτερους κληρικούς, κατηγορουμένους σε αυτήν, μονάχα με τη συναίνεση και συγκατάθεση τού Πατριάρχη.
-
Σε περίπτωση διώξεως τού ίδιου τού Πατριάρχη η διαδικασία γίνεται δια της παρουσίας εκπροσώπων τής Υψηλής Πύλης.
-
Για ζητήματα δογματικής και πάσης θρησκευτικής φύσεως αποφασίζει η Εκκλησία.
-
Στην Εκκλησία αποδίδονται οι τόποι λατρείας αλλά απαγορεύεται η κατασκευή νέων εκκλησιών και η χρήση κωδώνων.
Πολιτικά προνόμια
-
Ο Πατριάρχης διαθέτει απόλυτη δικαιοδοσία στον τομέα τής Εκπαίδευσης και της οργάνωσης σχολείων.
-
Ο Πατριάρχης απαλλάσσεται από κάθε φορολογία και έχει το δικαίωμα να επιβάλλει φόρους στους κληρικούς και στους λαϊκούς για τις ανάγκες τής Εκκλησίας. Το κράτος δεν έχει το δικαίωμα να φορολογεί τον κλήρο στα «κανονικά και τυχηρά δικαιώματά» του.
-
Ο Έλληνας Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι ο «Αρχηγός Πάντων τών Ορθοδόξων τού Οθωμανικού Κράτους» (Αλβανών, Βουλγάρων, Σέρβων, Βλάχων), τους οποίους οι Οθωμανοί θεωρούν ως μία φυλή και τους χαρακτηρίζουν Ρωμαίους/Ρωμιούς/Ρουμ.
-
Ο Πατριάρχης διατηρεί αστυνομικό σώμα για την εφαρμογή τών αποφάσεών του.
-
Ο Σουλτάνος δέχεται τις παρατηρήσεις τού Πατριάρχη επί διαφόρων ζητημάτων μέσω τού διερμηνέως τών Πατριαρχείων, του Μεγάλου Λογοθέτου[29].
Δικαστικά προνόμια
-
Ο Πατριάρχης έχει απόλυτη δικαιοδοσία στις αστικές υποθέσεις που σχετίζονται με τη θρησκευτική ζωή (γάμους, διαζύγια, επιτροπείες και κηδεμονίες ανηλίκων, κληρονομιές, διαθήκες).
-
Δύναται να δικάζει ο ίδιος ή δι’ αντιπροσώπων τούς επισκόπους, τους κληρικούς καθώς και τις μεταξύ κληρικών και λαϊκών διαφορές.
-
Προς απονομή τής δικαιοσύνης ιδρύθηκαν τα «Επισκοπικά Δικαστήρια» (πρωτοβάθμια), τα οποία διέθεταν μεγάλο κύρος και στα οποία κατέφευγαν ακόμα και Τούρκοι[30]. Αυτά τα δικαστήρια δίκαζαν βάσει τού βυζαντινού δικαίου, των αποφάσεων τών Οικουμενικών Συνόδων και των πατριαρχικών εγκυκλίων. Οι δε ποινές που επέβαλλαν ήταν πνευματικές (εξωεκκλησιασμός, αναθεματισμός). Υπήρχε και το «Πατριαρχικό Δικαστήριο» (δευτεροβάθμιο).
Λόγοι παραχωρήσεως τών προνομίων στην Εκκλησία
Οι λόγοι που υποχρέωσαν τον Μωάμεθ Β΄ να προβεί σε σημαντικές παραχωρήσεις προς τους υποδούλους είναι:
-
Λόγοι πολιτικοί: ο Μωάμεθ, δια της παραχωρήσεως προνομίων στο Πατριαρχείο, αποσκοπούσε στην αποτροπή τής Ενώσεως τών Εκκλησιών, δηλαδή απέβλεπε στην εξυπηρέτηση τών συμφερόντων τού κράτους του. Τα προνόμια προς τον Πατριάρχη ήταν πολιτικό εργαλείο: η διοικητική ιεραρχία τών Ορθοδόξων ήταν το ιδανικό όργανο για τη διοίκηση τών ραγιάδων. Επίσης, στηρίζοντας ο Μωάμεθ τη μερίδα τών Ανθενωτικών και τοποθετώντας ως Πατριάρχη τον αρχηγό τών Ανθενωτικών, τον Σχολάριο, κατ’ ουσίαν απομάκρυνε τον κίνδυνο συνενώσεως τών Εκκλησιών (Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας) και το ενδεχόμενο να βοηθήσει η Δύση το υπόδουλο Βυζάντιο.
-
Λόγοι διοικητικοί: οι Οθωμανοί ως κατ’ εξοχήν πολεμιστές δεν διέθεταν διοικητική υπαλληλία. Συνεπώς την πολιτική και θρησκευτική διοίκηση τών υποδούλων ανέθεσαν στον Πατριάρχη, ορίζοντάς τον ταυτόχρονα και υπεύθυνο απέναντι στον σουλτάνο.
-
Λόγοι θρησκευτικοί: το Κοράνι και η παλαιά μουσουλμανική παράδοση καθόριζε να τηρούν οι μουσουλμάνοι ανεκτικότητα απέναντι στους λαούς τής Βίβλου (Χριστιανούς και Εβραίους) και να τους επιτρέπουν την ελεύθερη άσκηση λατρείας, όταν αυτοί δεν πρόβαλλαν αντίσταση και υποτάσσονταν ειρηνικά.
Ο ρόλος τού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας γενικότερα στην περίοδο τής Τουρκοκρατίας
Η Εκκλησία στους τέσσερις αιώνες τής σκλαβιάς προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες[31] στο έθνος. Το Πατριαρχείο ίδρυε σχολεία, μόρφωνε τον κλήρο και τον λαό, συντηρούσε τα στοιχεία τής ελληνικής παραδόσεως, συντελώντας έτσι στην επιβίωση τής εθνικής συνειδήσεως τών υποδούλων. «Χωρίς τα προνόμια τής Εκκλησίας, οι ραγιάδες χριστιανοί θα έμεναν όχι μόνο θρησκευτικά αλλά και πολιτικά ακέφαλοι, απροσανατόλιστοι και απροστάτευτοι, με κίνδυνο να κατακλυστούν από τα κύματα τών ηθικών και υλικών καταπιέσεων τού περιβάλλοντός των» (Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία τού Νέου Ελληνισμού, τόμος Β΄, σελ. 143).
Προσέτι η συμμετοχή τού κλήρου[32] στα προ τού 1821 επαναστατικά κινήματα υπήρξε ουσιαστική. Πολλοί κληρικοί μαρτύρησαν καθ’ όλη την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο. Γνωστότερο έμεινε το κίνημα τού τολμηρού αρχιερέα Τρίκκης Διονυσίου, του αποκαλουμένου Σκυλοσόφου[33].
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ και οι Μητροπολίτες Εφέσου, Αγχιάλου και Νικομηδείας απαγχονίσθηκαν την ημέρα τού Πάσχα τού 1821 στην Κων/πολη. Μακρός είναι ο κατάλογος τών θυσιασθέντων κληρικών: ο Αθανάσιος Διάκος, ο Παπαφλέσσας, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο επίσκοπος Κορώνης Γρηγόριος, ο επίσκοπος Μονεμβασίας Χρύσανθος, ο Σαλώνων Ησαΐας κ. ά.
β. Κοινοτική Αυτοδιοίκηση – Πολιτικά Προνόμια
Οι υπόδουλοι Έλληνες οργανώθηκαν σε κοινότητες. Κάθε χρόνο, την 1η Μαρτίου, ημέρα ενάρξεως τού οικονομικού έτους στο οθωμανικό κράτος, ή στις 23 Απριλίου, όλοι οι άνδρες κάθε χωριού συναθροίζονταν στον νάρθηκα ή στην αυλή τής χωριοεκκλησιάς και, δι’ αναφωνήσεως, εξέλεγαν τον πρωτόγερο[34] τού χωριού. Με ανάλογο τρόπο εξέλεγαν και τους άρχοντες τής πρωτεύουσας τής επαρχίας. Τους προεστούς τής πρωτεύουσας τής επαρχίας, του καζά[35], εξέλεγαν οι επιφανέστεροι κάτοικοι τής πρωτεύουσας και οι πρωτόγεροι τών χωριών.
Ο θεσμός τών κοινοτήτων ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους. Ήδη στα χρόνια τής Μακεδονικής Δυναστείας (867-1057) εμφανίζονται κοινοτικοί οργανισμοί λόγω εξασθενίσεως τής κεντρικής εξουσίας, οι οποίοι επιβιώνουν και κατά την περίοδο τής Τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι λοιπόν διατήρησαν τον υπάρχοντα στους υποδούλους Έλληνες κοινοτικό θεσμό[36], ο οποίος και τους διευκόλυνε στην είσπραξη τών φόρων[37]. Επομένως οι υπάρχουσες από τη βυζαντινή εποχή κοινότητες προσαρμόσθηκαν στις νέες ανάγκες τού οθωμανικού κράτους χωρίς όμως να αλλάξουν τον βασικό τους χαρακτήρα.
Όπως κατά τη βυζαντινή εποχή οι διάφορες κοινότητες εμφάνιζαν διαφορές ανάμεσά τους, έτσι και τώρα το κοινοτικό σύστημα δεν παρουσιάζει ομοιομορφία μέσα στο οθωμανικό κράτος. Συγκεκριμένα:
-
σε κάποιες περιοχές οι προϊστάμενοι τών κοινοτήτων (προεστοί[38], προύχοντες, δημογέροντες, πρόκριτοι, γέροντες, άρχοντες, επίτροποι, κοτζαμπάσηδες[39]) εκλέγονται από τα μέλη τής κοινότητας. Αλλού πάλι διορίζονται[40] απευθείας από τους Τούρκους.
-
μερικές κοινότητες, λόγω τής οικονομικής τους ευρωστίας και της καταβολής υψηλών φόρων στο τουρκικό κράτος, έχουν μεγάλη διοικητική αυτονομία και πολλά προνόμια (Χίος, Τήνος, Νάξος, Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά). Διοικούνται από Τούρκο ναύαρχο και Υπουργό Ναυτικών (Καπουδάν Πασά).
-
η Μάνη, το Σούλι και τα Σφακιά, λόγω τού πολεμικού χαρακτήρα τών κατοίκων τους και του απρόσιτου εδάφους των, κατ’ ουσίαν ήταν ανεξάρτητες περιοχές. Η Μάνη κυβερνιέται από ντόπιο άρχοντα, τον μπέη[41], τον οποίο διορίζει ο σουλτάνος.
-
κάποιες κοινότητες απολαύουν μικρότερων ελευθεριών, ιδίως όσες βρίσκονται σε πεδινές περιοχές και οι οποίες υποτάχθηκαν ύστερα από αντίσταση στον κατακτητή.
-
ορισμένες κοινότητες ενώνονται σε ομοσπονδία (π.χ. τα χωριά τού Σουλίου, τα χωριά τού Πηλίου, τα Αμπελάκια τής Θεσσαλίας, τα Μαδεμοχώρια[42] τής Χαλκιδικής).
Καθήκοντα τών κοινοτήτων:
-
οι προϊστάμενοι τών κοινοτήτων εισέπρατταν και διαχειρίζονταν τούς κοινοτικούς φόρους.
-
διηύθυναν την κοινοτική περιουσία.
-
όριζαν στις οικογένειες τούς καταβλητέους υπέρ τού δημοσίου φόρους, αναλόγως τών οικονομικών πόρων εκάστης οικογένειας.
-
επέβλεπαν την αγροτική ασφάλεια.
-
μεριμνούσαν για έργα κοινωνικής πρόνοιας και αντιλήψεως.
-
φρόντιζαν για τη συντήρηση τών εκκλησιών.
-
φρόντιζαν για τα σχολεία.
-
μεριμνούσαν για την υγειονομική περίθαλψη τών μελών τής κοινότητας.
-
είχαν δικαστικές αρμοδιότητες.
-
λάμβαναν μέρος είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ αντιπροσώπων στη διοίκηση όλης τής επαρχίας ως σύμβουλοι ή πάρεδροι τού Τούρκου διοικητή, δηλαδή τού βοεβόδα[43].
-
κάποιες φορές λάμβαναν μέρος ακόμα και στη διοίκηση ολόκληρου τού πασαλικιού[44], δι’ αντιπροσώπων οι οποίοι ήταν συνεργάτες τού πασά[45].
-
και γενικά είχαν την επιμέλεια οποιασδήποτε κοινής υποθέσεως.
Πολλές από τις παραπάνω υποχρεώσεις τους οι κοινότητες τις υλοποιούσαν κατόπιν συνεννοήσεως και συμπράξεως με τις εκκλησιαστικές αρχές.
Ωφέλειες από τον θεσμό τής κοινοτικής αυτοδιοικήσεως:
-
η διαχείριση τών κοινοτικών υποθέσεων από τους ίδιους τούς υποδούλους, χωρίς την ανάμειξη τών τουρκικών αρχών, και η εκπροσώπηση τών ραγιάδων στις τουρκικές αρχές προλάβαιναν και αναχαίτιζαν τις καταχρήσεις και αυθαιρεσίες εκ μέρους τών Τούρκων. Επίσης το αυτοδιοίκητο τών κοινοτήτων συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση τού εθνισμού τών υποδούλων.
-
μέσω τού κοινοτικού θεσμού αναπτύχθηκε η στενή και ειλικρινής αλληλεγγύη μεταξύ τών υποδούλων για την ανακούφιση τών φτωχών και δυστυχούντων.
-
οι υπόδουλοι ανταγωνίζονταν αναμεταξύ τους για την κατάληψη τής εξουσίας σχηματίζοντας φατρίες και κόμματα. Συνεπώς ο κοινοτικός θεσμός συνετέλεσε στην ωρίμανση τής πολιτικής συνειδήσεως τών υποδούλων και στην προετοιμασία τών μελλοντικών πολιτικών αγώνων. Υπό συνθήκες καταπιέσεως και δουλείας οι ραγιάδες εθίζονταν σε εκλογικές διαδικασίες, που αποτελούσαν μια μορφή άμεσης δημοκρατίας μέσα σ’ ένα καθεστώς απόλυτης μοναρχίας.
γ. Ζωή και ασχολίες τών υποδούλων
Στις ορεινές περιοχές οι κάτοικοι ασχολούνται με τη κτηνοτροφία και τη δασοκομία. Στα πεδινά μέρη ασχολούνται με τη γεωργία και τη συντήρηση ζώων. Στις πόλεις ασχολούνται με τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Οι βιοτέχνες είναι οργανωμένοι σε σωματεία, τα σινάφια[46].
Η κατοικία: αποτελείται από ένα δωμάτιο στο οποίο υπάρχει η εστία. Λιγοστά τα έπιπλα, τα δε σκεύη πήλινα ή χάλκινα. Στην κασέλα φυλάσσονται τα εσώρουχα, ενώ επάνω της τοποθετούσαν τα στρωσίδια. Η κατοικία συνήθως είναι μονώροφη, ωστόσο υπάρχουν και διώροφα σπίτια, κυρίως στα νησιά και στη Δυτική Μακεδονία.
Η τροφή: βάση τής τροφής είναι το ψωμί και τα παράγωγά του (πίττες[47] και τραχανάδες[48]). Δεύτερη θέση έχουν τα χορταρικά, οι ελιές και τα όσπρια. Σε περιορισμένη χρήση τα κρέατα, τα ψάρια, τα αυγά και τα τυριά.
Η ψυχαγωγία: σε στενό κύκλο γιόρταζαν τούς γάμους και τις ονομαστικές γιορτές. Σε ευρύτερο κύκλο διασκέδαζαν κατά τις μεγάλες γιορτές τής Χριστιανοσύνης και στη γιορτή τού πολιούχου Αγίου.
Η ενδυμασία: εθνικό ένδυμα τών στεριανών ήταν η φουστανέλλα[49], το φέσι[50] και το τσαρούχι[51]. Οι νησιώτες πάλι φορούσαν τη βράκα[52], το φέσι και τη μπότα[53]. Οι άρχοντες φορούσαν εσωτερικώς έναν χιτώνα, το αντερί[54], και εξωτερικώς το κολόβιο[55]. Όταν ήταν κοντό το κολόβιο, λεγόταν «κοντό». Και όταν έφθανε ως τα πόδια, λεγόταν «ράσο»[56] ή «τσουμπές»[57].
δ. Κοινωνική διάρθρωση-διαστρωμάτωση τών υποδούλων Ελλήνων
Η ελληνική κοινωνία τής Τουρκοκρατίας (15ος-19ος αι.) εμφανίζει την ακόλουθη διαστρωμάτωση:
Ι) Ανώτερο κοινωνικό στρώμα:
Οι Φαναριώτες: αυτοί ήταν μορφωμένοι Έλληνες[58] που ανέλαβαν υψηλές διοικητικές θέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Διέθεταν μεγάλη πολιτική και οικονομική δύναμη. Ιδρύουν τυπογραφεία και σχολεία και μεταλαμπαδεύουν τον ελληνικό πολιτισμό στις Ηγεμονίες τής Βαλκανικής. Λόγω τής επαφής τους με την Ευρώπη δέχονται κυρίως τις δυτικές επιδράσεις. Ο ρόλος τους θεωρείται αμφιλεγόμενος[59]: ως υπάλληλοι τών Τούρκων οι περισσότεροι υπηρέτησαν πιστά τα συμφέροντα τού οθωμανικού κράτους. Ωστόσο κάποιοι, επηρεάζοντας υπέρ τών Ελλήνων την τουρκική πολιτική, υποστήριξαν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα[60].
Ο Ανώτερος Κλήρος: ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και οι κατά τόπους Μητροπολίτες είχαν εκτεταμένες εξουσίες (εκπαιδευτικές και δικαστικές) επί των ορθοδόξων πληθυσμών.
Η τάξη τών Αρχόντων: με την ανάπτυξη τής τοπικής αυτοδιοικήσεως αναφάνηκε και η τάξη τών αρχόντων (τζακιών)[61], δηλαδή των προεστών, προκρίτων, κοτζαμπάσηδων. Ιδίως στην Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα οι τοπικοί άρχοντες συνεργάζονταν με τους Οθωμανούς για την είσπραξη φόρων. Αυτοί διέθεταν ισχυρή τοπική εξουσία.
Η άρχουσα τάξη τού Βυζαντίου: η παλαιά άρχουσα τάξη τού Βυζαντίου – διοικητική και πνευματική – ευθύς μετά την Άλωση αποδεκατίσθηκε. Πολλοί από τους βυζαντινούς ευγενείς σφαγιάσθηκαν, κάποιοι αλλαξοπίστησαν, άλλοι εκπατρίσθηκαν θεληματικά, άλλοι χάθηκαν στους πολέμους, άλλοι έπεσαν σε παρακμή και φτώχεια. Και ελάχιστοι έμειναν στην υποδουλωμένη πατρίδα. Πάντως οι παλαιοί βυζαντινοί άρχοντες δεν εξαφανίσθηκαν τελείως. Στα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση αλλά και αργότερα υπάρχουν στην Κωνσταντινούπολη εκπρόσωποι τών βυζαντινών οίκων.
ΙΙ) Μεσαίο κοινωνικό στρώμα:
Η τάξη τών εμπόρων και ναυτικών: μετά τον 17ο-18ο αιώνα η ανάπτυξη τού εμπορίου δημιούργησε την τάξη τών πλοιοκτητών[62] και εμπόρων[63]. Τα νησιά Ύδρα[64], Σπέτσες και Ψαρά απέκτησαν μεγάλη οικονομική δύναμη μέσω τής ναυτιλίας.
Οι βιοτέχνες: ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες (σινάφια) στα αστικά κέντρα.
Λόγιοι και δάσκαλοι[65]: άνθρωποι τών γραμμάτων[66] που διατήρησαν την παιδεία.
ΙΙΙ) Κατώτερο κοινωνικό στρώμα:
Η ελληνική κοινωνία τής υπαίθρου: το οθωμανικό κράτος οργανώθηκε στη βάση τού τιμαριωτικού[67] συστήματος. Δηλαδή η μεγάλη έγγεια ιδιοκτησία, που αρχικώς ανήκε στους χριστιανούς, περιήλθε στο κράτος. Έτσι συντελέστηκε σχεδόν απόλυτη ισοπέδωση τών τάξεων στην ύπαιθρο. Οι υπόδουλοι μετατράπηκαν σε εργατικά χέρια[68] για την καλλιέργεια τής γης. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν πάροικοι, άλλοι ενοικιαστές-κολήγοι[69], άλλοι μικροί ιδιοκτήτες γεωργικής γης και άλλοι σκλάβοι-δούλοι[70].
Οι πάροικοι[71], όπως και κατά τη βυζαντινή περίοδο, ήταν αναπόσπαστα δεμένοι με την αγροτική γη που καλλιεργούσαν. Αν ένας πάροικος δραπέτευε, ο αφέντης τού κτήματος είχε το δικαίωμα, για δέκα χρόνια, να τον επαναφέρει με τη βία στο κτήμα.
Οι ενοικιαστές δεν ήταν αναπόσπαστα δεμένοι με τη γεωργική γη, την οποία έπαιρναν από κάποιον Τούρκο ή Έλληνα γαιοκτήμονα προκειμένου να την καλλιεργήσουν. Τις σχέσεις ενοικιαστή (καλλιεργητή)-γαιοκτήμονα καθόριζε ειδική συμφωνία, το παχτοχάρτι[72].
Ελεύθεροι μικροϊδιοκτήτες γεωργικής γης συναντώνται κυρίως σε ορεινές περιοχές, εκεί όπου οι κάτοικοι είχαν υποταχθεί στον κατακτητή θεληματικά και χωρίς αντίσταση.
Επίσης μεγάλα κτήματα ανήκαν στις επισκοπές και μητροπόλεις καθώς και σε μοναστήρια και διάφορα ιδρύματα.
Κλέφτες και αρματολοί: οι κλέφτες κατέφευγαν στα βουνά αντιδρώντας στις πιεστικές συνθήκες που κυριαρχούσαν στις αγροτικές κοινωνίες. Οι καταυλισμοί τους λέγονταν λημέρια[73]. Ζούσαν σε κατάσταση παρανομίας αλλά και αντίστασης. Στη σερβική και βουλγαρική γλώσσα οι κλέφτες λέγονταν χαϊντούκοι[74]. Οι κλέφτες, εξορμώντας από τα βουνά, σε ομάδες 50-100 ανδρών, διενεργούσαν επιθέσεις σε πλούσιους γαιοκτήμονες και σε όργανα τού οθωμανικού κράτους, λήστευαν εμπόρους σε στενά περάσματα (δερβένια)[75], λεηλατούσαν και έκαιγαν ολόκληρα χωριά. Οι μεγαλογαιοκτήμονες και το οθωμανικό κράτος αντιμετώπιζαν τούς κλέφτες ως κακοποιούς, ενώ η φτωχολογιά είδε τους κλέφτες ως τιμωρούς τών ισχυρών και υπερασπιστές τών αδυνάτων. Το όνομα τού κλέφτη ήταν ταυτόσημο τού φιλελεύθερου αγωνιστή. Οι κλέφτες ονομάζονταν παλληκάρια[76] και ήταν οργανωμένοι σε καπετανάτα. Υψώθηκαν σε ινδάλματα στη συνείδηση τών ραγιάδων και αποτέλεσαν την ένοπλη αντίσταση τού υπόδουλου έθνους κατά τών Τούρκων. Διαπρεπείς κλέφτες υπήρξαν ο Ζαχαριάς, οι Κολοκοτρωναίοι, οι Πετμεζαίοι, οι Κατσαντωναίοι.
Οι αρματολοί[77] ήταν ένοπλοι χριστιανοί, εξουσιοδοτημένοι από τους Τούρκους να επιτηρούν και να αστυνομεύουν τα στενά ορεινά περάσματα (δερβένια) και, συχνά, να καταδιώκουν τους κλέφτες. Επικεφαλής εκείνων τών σωμάτων φύλαξης ήταν οι δερβεναγάδες[78]. Αυτά τα στρατιωτικά σώματα πρωτοδημιουργήθηκαν κατά τους βυζαντινούς χρόνους προς αναχαίτιση τών επιδρομών Σέρβων και Φράγκων. Οι αρχηγοί τών αρματολών εκαλούντο καπετάνιοι[79] και οι χώροι επιτήρησής τους αρματολίκια. Στις ορεινές περιοχές τής Βαλκανικής υπήρχαν πολλά αρματολίκια.
Οι αγωγιάτες[80]-κιρατζήδες[81]: εκτελούσαν τις μεταφορές στην ξηρά[82].
Οι βοσκοί (πιστικοί)[83] και οι υπηρέτες.
Γ) Οι ελληνικές κοινότητες τού εξωτερικού επί Τουρκοκρατίας
Με την ανάπτυξη τού εμπορίου και της ναυτιλίας δημιουργήθηκαν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα τής Ευρώπης παροικίες Ελλήνων εμπόρων ή επεκτάθηκαν έτι περαιτέρω οι ήδη υπάρχουσες. Πριν από την Άλωση αλλά πολύ περισσότερο ύστερα απ’ αυτήν είχαν καταφύγει στη Δύση πολλοί Έλληνες (λόγιοι, πολιτικοί, στρατιωτικοί ηγέτες). Αργότερα, λόγω τών πολέμων Βενετίας-Τουρκίας, είχαν καταφύγει στη Δύση από τις βενετοκρατούμενες περιοχές και πολλοί Έλληνες τών λαϊκών στρωμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προέκυψαν οι ελληνικές κοινότητες τού εξωτερικού, οι παροικίες. Κατά τις παραμονές τής Ελληνικής Επαναστάσεως (1821) υπήρχαν πάμπολλες ελληνικές παροικίες οι οποίες αριθμούσαν χιλιάδες Ελλήνων (εμπόρων, τεχνιτών, λογίων). Οι σπουδαιότερες παροικίες ήταν:
α) Της Βενετίας και Ρώμης: στη Βενετία είχαν συγκεντρωθεί μετά την Άλωση περισσότεροι από 5.000 Έλληνες. Εκεί, παράλληλα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, ανέπτυξαν και αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα. Ίδρυσαν τυπογραφεία, τύπωσαν ελληνικά βιβλία, λειτούργησαν ελληνικά σχολεία. Στη Βενετία ιδρύθηκε το ονομαστό τυπογραφείο τών Γλυκήδων (1670-1854), που τροφοδοτούσε με τις εκδόσεις του ολόκληρο τον Ελληνισμό. Επίσης η Βενετία διέθετε δικό της Ελληνικό Νοσοκομείο και Ελληνικό Πτωχοκομείο.
Την παροικία Ρώμης συνέστησαν (15ος-19ος αι.) πρόσφυγες λόγιοι, κληρικοί και έμποροι. Το «Ελληνικό Κολλέγιο τού Αγίου Αθανασίου» (Collegio Greco), που ιδρύθηκε το 1576 από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄, συνέβαλε στη μόρφωση τών νέων από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές.
β) Του Λιβόρνου: και εδώ ιδρύθηκαν εκκλησίες, νοσοκομεία, πτωχοκομείο. Εκδόθηκαν δε και βιβλία τού Κοραή.
γ) Της Νεαπόλεως: αυτή την παροικία ίδρυσαν στις αρχές τού 16ου αι. πρόσφυγες από την Ήπειρο, τα Επτάνησα και την Πελοπόννησο.
δ) Της Βούδας και Πέστης: εδώ συγκεντρώθηκαν Έλληνες έμποροι. Από το τέλος τού 18ου αι. λειτούργησε ελληνικό σχολείο και βιβλιοθήκη.
ε) Της Τεργέστης: ήταν από τα σημαντικότερα κέντρα τών Ελλήνων τού εξωτερικού.
στ) Της Βιέννης: εδώ λειτούργησαν ελληνικά σχολεία και τυπογραφεία. Εκδόθηκαν βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά, όπως ο Ερμής ο Λόγιος που προωθούσε στην Ελλάδα τις νέες ιδέες τής Ευρώπης και τα επιστημονικά επιτεύγματα.
ζ) Της Ρωσίας: στις πόλεις Πετρούπολη, Μόσχα και Οδησσό διέμεναν πολλοί Έλληνες. Η Οδησσός είχε ελληνική εκκλησία και ελληνικό σχολείο. Σημαντικές κοινότητες υπήρχαν στην Κριμαία και στο Ταϊγάνιο.
η) Της Βλαχίας και Μολδαβίας: οι μεγαλύτερες παροικίες ήταν τού Βουκουρεστίου και Ιασίου που εμφάνισαν μεγάλη ακμή. Εκεί λειτούργησαν ελληνικά σχολεία. Επίσης λειτούργησαν οι Ελληνικές Ακαδημίες τού Βουκουρεστίου και Ιασίου.
θ) Της Μασσαλίας: εδώ οι Έλληνες διακρίθηκαν στο εμπόριο.
ι) Των Παρισίων: εδώ ο Κοραής ανέπτυξε σπουδαία πνευματική δραστηριότητα.
ια) Του Λονδίνου: ιδρύθηκε γύρω στο 1670 από Έλληνες ναυτικούς και εμπόρους προερχόμενους από τα νησιά τού Αιγαίου (Σάμο, Μήλο). Κατά τον 18ο-19ο αι. η κοινότητα ενισχύθηκε από πλούσιους εμπόρους τής Κων/πόλεως, της Σμύρνης και της Χίου. Η συγκεκριμένη κοινότητα στήριξε οικονομικώς το Νέο Ελληνικό Κράτος.
Η προσφορά τών παροικιών: οι κοινότητες τών Ελλήνων τού εξωτερικού προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες στο σκλαβωμένο έθνος τόσο κατά την περίοδο τής Τουρκοκρατίας όσο και κατά την Επανάσταση τού 1821:
-
προπαρασκεύασαν το έθνος ιδεολογικώς και πνευματικώς για τον ένοπλο ξεσηκωμό τού 1821. Στα σχολεία τών παροικιών σπούδασαν πολλοί Έλληνες, οι οποίοι, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έγιναν δάσκαλοι τών σκλαβωμένων Ελλήνων. Στα τυπογραφεία τών παροικιών τυπώθηκαν πολλά βιβλία, όπως η «Φυλλάδα τού Μ. Αλεξάνδρου», οι «Προφητείες τού Αγαθάγγελου», που καλλιεργούσαν στους υποδούλους την ιδέα τής εθνικής αποκαταστάσεως. Με δωρεές και οικονομικές επιχορηγήσεις Ελλήνων τού εξωτερικού ιδρύθηκαν σχολεία και βιβλιοθήκες στην υπόδουλη Ελλάδα.
-
οι Έλληνες τών παροικιών ήταν φορείς φιλελεύθερων και προοδευτικών ιδεών και έβλεπαν με ευρωπαϊκή ματιά τη δυνατότητα απελευθερώσεως τής σκλαβωμένης χώρας.
-
προσέφεραν οικονομική στήριξη στα επαναστατικά κινήματα τής Ελλάδος και στη Μεγάλη Επανάσταση τού 1821. Ο καταδρομικός στόλος τού Κατσώνη δημιουργήθηκε με χρήματα τών Ελλήνων τής Βιέννης και Τεργέστης. Με χρήματα Ελλήνων τής Βιέννης ο Ρήγας Φεραίος τύπωσε τα έργα του. Στη Βιέννη τυπωνόταν ο Ερμής ο Λόγιος. Οι Έλληνες τής Οδησσού ίδρυσαν το 1814 τη Φιλική Εταιρεία, η οποία συνέβαλε στην ιδεολογική και οργανωτική προετοιμασία τού Έθνους για τον ξεσηκωμό.
-
οι Έλληνες τών παροικιών προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες καθ’ όλη την Επανάσταση. Πολλοί ήλθαν στην Ελλάδα και πολέμησαν. Προσέφεραν την πολιτική τους πείρα στους επαναστατημένους Έλληνες. Προκάλεσαν το φιλελληνικό κίνημα διαφωτίζοντας κατάλληλα τους Ευρωπαίους. Τέλος περιέθαλψαν πρόσφυγες τού Αγώνα και βοήθησαν ποικιλοτρόπως για την επιτυχία του.
Δ) Εθνικοί ευεργέτες επί Τουρκοκρατίας
Πολλοί Έλληνες, εγκατεστημένοι στο εξωτερικό, απέκτησαν μεγάλα πλούτη τα οποία διέθεσαν προς όφελος τών συμπατριωτών τους και γενικότερα τού έθνους. Οι σπουδαιότεροι τών εθνικών ευεργετών τής Προεπαναστατικής Περιόδου είναι:
α) Επιφάνειος ο εξ Ιωαννίνων (17ος αι.): εφημέριος τής ελληνικής παροικίας τής Βενετίας. Ίδρυσε δύο σχολεία ανωτέρας μορφώσεως, ένα στην Αθήνα και άλλο στα Ιωάννινα. Επίσης εξέδωσε σχολικά βιβλία.
β) Ζώης Καπλάνης (1736-1806): από το Γραμμένο Ιωαννίνων. Στη Μόσχα δημιούργησε επιχειρήσεις και πλούτισε. Διέθεσε όλο τον πλούτο του για τη μόρφωση τών παιδιών τής Ηπείρου. Ίδρυσε την «Καπλάνειον Σχολήν Ιωαννίνων» την οποία εφοδίασε με Βιβλιοθήκη και όργανα Φυσικής.
γ) οι Ζωσιμάδες. Ήταν οκτώ αδέλφια και πλούτισαν στη Ρωσία. Ίδρυσαν στα Ιωάννινα την «Ζωσιμαίαν Σχολήν» και την «Ζωσιμαίαν Βιβλιοθήκην». Διέθεσαν χρήματα για την έκδοση βιβλίων και βοήθησαν οικονομικώς άπορους σπουδαστές. Επίσης βοήθησαν από οικονομικής απόψεως τον αγώνα για την απελευθέρωση.
δ) Ιωάννης Βαρβάκης (1745-1825): γεννήθηκε στα Ψαρά. Διακρίθηκε στα Ορλωφικά ως κυβερνήτης καταδρομικού. Οι Τούρκοι διέταξαν τη σύλληψή του. Ο Βαρβάκης διέφυγε στην Οδησσό. Έλαβε από την Αικατερίνη άδεια αλιείας στην Κασπία. Απέκτησε μεγάλη περιουσία από το εμπόριο τού χαβιαριού. Ανάλωσε μεγάλο μέρος τού πλούτου του στον Αγώνα τού 1821, στην ανέγερση σχολείων και εκκλησιών. Η «Βαρβάκειος Πρότυπος Σχολή Αθηνών» είναι δημιούργημα τού Βαρβάκη.

[1] Βιαιοπραγίες σε βάρος τού μουσουλμανικού στοιχείου διαπράχθηκαν και από Έλληνες: στην Άλωση τής Τριπολιτσάς (Σεπτ. 1821) πραγματοποιήθηκε γενικευμένη σφαγή 32.000 Τούρκων και Εβραίων αμάχων. «Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη…Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάντα δύο χιλιάδες… Ένας Υδραίος έσφαξε ενενήντα… Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσά μέ έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο οπού εκρέμαγαν τους Έλληνας, αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάστηκαν εκεί». Και εδιέταξα και τον έκοψαν· επαρηγορήθηκα και δια τον σκοτομόν τών Τούρκων» (Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη, 82).
«Ακόμα και τώρα έρχεται στο νου μου το λιάνισμα και το τρίξιμο τών κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους…» (Απομνημονεύματα Φωτάκου, 170).
Επίσης κατά τη «Σφαγή τού Ναυαρίνου» (Αύγουστος 1821) 3.000 μουσουλμάνοι σφαγιάστηκαν κατά την έξοδό τους από τα κάστρα. «Τοιαύτη σφαγή τραγική και φόνος δεν εφάνησαν εις κανενός αιώνος ιστορίαν, καθότι όσοι εθανατώνοντο από βολήν πυροβόλου πάραυτα ελυτρούντο, αλλά όσοι επληγώντο, γυναίκες και άνδρες, έτρεχον εις την θάλασσαν ημιθανείς, τους οποίους, πλέοντας εις την θάλασσαν δι’ αλλεπαλλήλων πυροβολισμών εθανάτωναν. Άλλοι δε πάλιν βλέποντες άλλους να θανατώνονται ανηλεώς, δειλιώντες τον θάνατον, μάλιστα αι γυναίκες με τα βρέφη εις τας αγκάλας, ερρίπτοντο εις την θάλασσαν ολόγυμνοι (καθότι τους εξέδυον ολογύμνους), οι δε Έλληνες και εν τη θαλάσση επυροβόλουν κατ’ αυτών, ώστε τα ύδατα τής θαλάσσης κατεφοινίσσοντο (κοκκίνιζαν) από τα εκχεόμενα αίματα τών δυστυχών αυτών ανθρώπων. Πολλοί δε πάλιν Έλληνες ήρπαζον εις χείρας των τα βρέφη και τους τριετείς και πενταετείς παίδας, και άλλα μεν έρριπτον κατά τών πετρών και τα εθανάτωναν, άλλα δε ρίπτοντες ζώντα εις την θάλασσαν, επυροβόλουν κατ’ αυτών εντός τού ύδατος ώστε τα δυστυχή πλάσματα και πνιγόμενα ακόμη υπό των θαλασσίων υδάτων, επυροβολούντο. Είναι δε απερίγραπτα όλα όσα έγιναν τα οποία τω όντι είναι έργα θηριωδίας μάλλον, ή εκδικήσεως» (Αμβροσίου Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1835, διηρημένη εις τόμους τέσσαρας, συγγραφείσα παρά Αμβροσίου Φραντζή, πρωτοσυγκέλου της πρώην Χριστιανουπόλεως επαρχίας (Αρκαδίας) και εκδοθείσα παρ’ αυτού προς χρήσιν των Ελλήνων, Α τόμος, 398).
[2] «Τo πρωί τού Μ. Σαββάτου (Απρίλιος 1822) επληθύνθησαν (οι Τούρκοι) και η Χώρα ήτον ήδη υπό την εξουσίαν των, ενώ τότε ακόμη οι εν τω κάστρω Τούρκοι από φόβον δεν ετόλμων να εξέλθωσι. Πρώτον λοιπόν ελεηλάτουν τα οσπίτια τής Χώρας και ό,τι τους ήρεσεν έπαιρναν, είτα τα έκαιον. Λέγουσι μάλιστα ότι η ωραία τού σχολείου βιβλιοθήκη μαζί μ’ όλην την οικοδομικήν αποτεφρώθη, και ούτω προχωρούντες έφθασαν εις τον Κάμπον, πάντοτε όμως αργά με το να μην είχον εισέτι ξεθαρρευθή. Ό,τι δε τοις απαντώσι πρώτον ελεηλατείτο, είτα εγένετο πυρός παρανάλωμα. Ολίγοι χριστιανοί ευρέθησαν όσοι εξαφανισθέντες εις τον δρόμον έπεσαν θύματα τής πρώτης μανικής των οργής. Πανταχόθεν από τας πυρκαϊάς ευνοείτο η πρόοδός των και οι άνθρωποί μας, βλέποντες τον κοινόν όλεθρον, άλλοι κατέφευγον εις τα παραθαλάσσια μέρη σπουδάζοντες την σωτηρίαν των και άλλοι με λόγους μόνον συναλλήλως εψυχώνοντο.
Δεν άργησαν οι Τούρκοι να φθάσουν και εις τα χωρία, εις τα οποία όλος ο λαός είχε καταφύγει. Όπου έμβαινον έκαμναν ό,τι τοις υπαγόρευεν η μανία των, έσφαζον, έκαιον, ελεηλάτουν και ηχμαλώτουν. Όσοι δε ηδύναντο να εκφύγωσι τας χείρας των και να μεταβώσιν εις άλλο χωρίον δεν εχαίροντο παρά στιγμάς μόνον. Διότι όλος τών ελθόντων Τουρκών ο σκοπός δεν ήτον παρά η γενική τού τόπου καταστροφή.
Των χριστιανών το καταφύγιον ήσαν τα σπήλαια, με το να ενόμιζον απεραστικήν τών Τουρκών την μανίαν, και αι τρύπαι τής γης, όπου διέμενον πεινώντες, διψώντες και το μέγιστον, από τον φόβον τής ζωής κατατυραννούμενοι. Δεν εξέφευγον όμως και ούτω τα όμματα τών Τούρκων.
Άλλους έσφαττον ευθύς, τους οποίους μετά την σφαγήν έκαιον, άλλους δε εις τον δρόμον ενώ τούς έφερον εις την Χώραν, και άλλους έως εις το κάστρον. Όποιον δρόμον επεριπάτει τις, σπανίως έβλεπε δύο λεπτών διάστημα κενόν, χωρίς δηλ. να απαντήση πτώματα εν μετά το άλλο, τα οποία ημικεκαυμένα παρίστανον εις την όρασιν την πλέον φρικώδη σκληρότητα. Κατά το νότιον μέρος τής πόλεως δεν έμεινε δρόμος κενός από νεκρούς, σπάνιαι οικίαι μη κεκαυμέναι και μέρος γης απότιστον από αίμα. Ολίγον δε ύστερον από τοιαύτας σκληρότητας έδειξαν ολίγην ημερότητα δια τους μαστιχοχώρους, και τούτο όμως με σκοπόν, δια να τοις προδίδουν αυτοίς τούς ανθρώπους τής Χώρας, όσοι είχον καταφύγει εις τα χωρία των» (Ανδρέα Μάμουκα, Διήγησις ενός Γραικού, Περιοδικό Εβδομάς, τόμος Γ΄, 1886).
Βλέπε: Κώστα Ε. Φραγκομίχαλου, Οι σφαγές τής Χίου το 1822: Ποιος ο ακριβής αριθμός τών θυμάτων τους, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Μελανιούς «Η Μέλαινα Άκρα», 1999.
[3] «Οι Τούρκοι ει και μυριάκις μύριοι επέλθωσι τη τυχούση τών επαρχιών, αλλά ληστρικώς επεμβαίνουσι και αρπάζοντες φεύγουσι. Τούτο την Θράκην πάσαν άχρι Δαλματίας έρημον απειργάσατο, τούτο τούς Αλβανούς, γένος υπέρ αριθμόν όντα, ευαριθμήτους εποίησεν, Βλάχους ομοίως, Σέρβους και Ρωμαίους εις τέλος ηφάνισεν, Βλάχους τούτων ούτως αιχμαλωτιζομένων, το πέμπτον τών λαφύρων τω αρχηγώ προσκυρούσι κατά την αυτών νεαράν, και αφοσιούσι τούτο το πέμπτον τη αρχή, και ταύτα τα κρείττονα. Είτα και οι του αρχηγού και της αρχής εξισωταί όπου δ’ αν νέον και εύρωστον εκ των αιχμαλώτων ίδωσι, τούτον δι’ ελαχίστου τιμήματος ωνήσαντες εισποιητόν τη αρχή και δούλον κατονομάζουσι. Και τούτους ο αρχηγός νεόλεκτον στρατόν, κατά δε την των αυτών γλώτταν γενίτζερι καλεί. Ους και εις την αυτού δυσσέβειαν μετάγων και περιτέμνων οικείους αυτώ κατονομάζει, δους αυτοίς πάμπολλα δώρα και οφφικίων τα λαμπρότατα, προνοίας ου της τυχούσης και παντοίων άλλων αγαθών, ομοτραπέζους και συμπότας ποιών αυτούς, έχων εις αυτούς στοργήν ως πατήρ προς τέκνα, και ταύτα τίνας; αιπόλους και ποιμένας βουκόλους τε και χοιροβοσκούς, γεωργών παίδας και ιπποφορβών. Προς γαρ την τοιαύτην διάθεσιν κακείνοι υπέρ τού αρχηγού την ζωήν αυτών» (Δούκας, εκδ. Βόννης, 1834, σελ. 137).
[4] αρχ. ἀπ-ηνής-ής-ές: τραχύς, σκληρός, βάναυσος, αμείλικτος.
[5] Παραθέτουμε διαταγή τού σουλτάνου, του 1601, από την οποία φαίνεται ο τρόπος στρατολόγησης γενιτσάρων. Η συγκεκριμένη διαταγή απευθύνεται στον Βεϋλέρ Μπέη Ρουμελίας, στους ιεροδικαστές και στους διοικητές τού Σώματος τών Γενιτσάρων.
«Άμα τη λήψει τού παρόντος αυτοκρατορικού φιρμανίου μου καθίσταται γνωστόν ότι από της συστάσεως τού μεγάλου Οσμανικού Κράτους και του θεοφρουρήτου Χαλιφάτου τού θεοπέμπτου προφήτου τών πιστών, είθισται όπως δια την σύστασιν και οργάνωσιν τών γενναίων γενιτζαρικών μου ταγμάτων στρατεύωνται και αποστέλλωνται εις τα οτζάκια τών γενιτσάρων οι από του 15 έως 20 ετών καλλίμορφοι, αρτιμελείς και προς πόλεμον κατάλληλοι νέοι τών απίστων.
Έχοντες την υψηλήν επιθυμίαν όπως και εφέτος εφαρμοσθή το έθιμον τούτο προς ενίσχυσιν τών γενιτσαρικών οτζακίων, διατάσσομεν και παραγγέλλομεν όπως άμα τη λήψει τού παρόντος φιρμανίου (τουρκ. ferman=φιρμάνι, διάταγμα) διορίσητε και αποστείλητε αμέσως ικανόν αριθμόν μπουμπασίρηδων (τουρκ. mübaşir=κλητήρας) ίνα δι’ αυτών επιληφθήτε το ταχύτερον τής επιλογής και αποστολής τών νέων γενιτσάρων.
Γνωρίσατε επίσης ότι οι αποσταλησόμενοι μπουμπασίρηδες καθ’ υψηλήν μου εντολήν θα έχουν το δικαίωμα όπως, εφ’ όσον παρίσταται ανάγκη, εφαρμόζουν τας διατάξεις τού γνωστού φετβά (τουρκ. fetva=ιερονομική ρήτρα, γνωμοδότηση μουφτή) τού σεϊχουλισμάτου (σεϊχουλισμάτο=το θρησκευτικό ισλαμικό κατεστημένο), συμφώνως προς τον οποίον, όταν τις εκ των απίστων γονέων ή άλλος τις αντιστή εις την παράδοσιν τού γενιτσάρου υιού του θα απαγχονίζηται ευθύς εις το ανώφλιον τής θύρας του, του αίματός του θεωρουμένου άνευ αξίας» (Ι. Βασδραβέλλη, Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, τόμος Β΄, Θεσσαλονίκη, 1954, σελ. 4).
[6] γενίτσαρος ο: <τουρκ. yeniçeri (=γενίτσαρος)<yeni (=νέος, καινούριος)+çeri (=στρατός). Τούρκος στρατιώτης τού πεζικού. Οι γενίτσαροι ήταν κυρίως εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα. Επώνυμα Γενιτσαριώτης, Γενιτσαράκης, Γενιτσαρίδης, Γενιτσαρόπουλος.
[7] Από έγγραφο-χειρόγραφο τού Πανεπιστημίου τής Τυβίγγης φαίνεται πώς διενεργούσαν οι Τούρκοι το παιδομάζωμα και ποια τύχη είχαν τα χριστιανόπαιδα στην Πόλη όπου τα πήγαιναν.
«Από την Κων/πολιν κάθε πέντε χρόνια εβγαίνουσι πεντακόσιοι άνδρες και λέγονται Τούρκοι Γιανίτζαροι… και διαμοιράζονται εις πάσαν πόλιν από δέκα πέντε… . Πηγαίνουν από πόλιν εις πόλιν και μαζεύουν τα παιδιά και τα φέρνουν εις την πρώτην πόλιν και εκεί κάθονται και τα διαλέγουν από ένα ένα, όποιον είναι εύμορφον εις την θεωρίαν και άξιον εις την ανδρείαν… και παίρνουν αυτά και πορεύονται εις την Κωνσταντινούπολιν. Βάνετε εις τον νουν σας, άρχοντες, πόσες μάνες κόπτουν τα μάγουλά των και πόσοι πατέρες δέρνουν τα στήθια τους με τις πέτρες και τι λύπη να έχουν εκείνοι οι χριστιανοί δια τα παιδιά τους, πώς τα χωρίζονται ζωντανά και πόσες μητέρες ελέγασι κάλλιον να ήθελαν πεθάνει και να τα θάψωμεν εις την εκκλησίαν μας παρά όπου σας αναθρέψαμεν τόσο τρανά και τώρα σάς χωριζόμεθα ζωντανά και σας πηγαίνουν να σας τουρκέψουν να εβγήτε από την πίστιν μας την χριστιανική. Κάλλιον να ηθέλατε αποθάνει. Τότε λαμβάνουσιν αυτά τα παιδιά και πορεύονται εις την Κων/λιν και βαίνουν και τα ξυρίζουσι τα κεφάλια και όποιο είναι αρχοντόπαιδο και εύμορφο πολύ τού αφήνουν σημάδι από τα μαλλιά του σιμά εις το αυτί και το σημάδι εκείνο λέγεται «τζουλούφιον». Εκείνα τα παιδιά οπού αφήνουσι το τζουλούφι (τουρκ. zülüf-ι=βόστρυχος, κοτσίδα, φούντα από τρίχες) τα παίρνει ο Αγαρηνός ο Μέγας εις το παλάτι του και τα άλλα μοιράζονται οι πασάδες και οι άλλοι άρχοντες οι Τούρκοι τής Κων/λεως, έως να μάθουν τα τούρκικα να μιλούν. Και μαθαίνουσι και το τουφέκι και το δοξάριον να το τοξεύωσιν ίσα» (Πρακτικά τής Ακαδημίας Αθηνών, τόμος 11, 1936, σελ. 275).
[8] σουλτάνος ο: <μεσν. σουλτάνος<αραβ. sultan+-ος. Τίτλος ηγεμόνα μουσουλμανικού κράτους. Ο απόλυτος μονάρχης τής Οθωμανικής Τουρκίας. Θηλ. σουλτάνα η.
[9] πασάς ο: <μεσν. πασάς<τουρκ. paşa (=πασάς, στρατηγός)+-ς. Τίτλος οθωμανού αξιωματούχου.
[10] μπέης ο: <τουρκ. bey (=κύριος, ηγεμόνας, μπέης)-ς. Τουρκικός τίτλος ηγεμόνων πολιτικών και στρατιωτικών. Και το θηλυκό μπεΐνα/μπεγίνα (=η μπέισσα, η σύζυγος τού μπέη ή η θυγατέρα τού μπέη). Επώνυμα Μπέης, Βέης, Βεϊογλάνης.
[11] Ο αραιός πληθυσμός τών ελληνικών περιοχών καταβάλλων την «δεκάτην τού αίματος» θα ηφανίζετο, αν δεν υπερείχε πνευματικώς τού τουρκικού στοιχείου, αποτελεί δε εν από τα θαύματα του ελληνισμού η διάσωσίς του από την επί τόσας γενεάς διαρκέσαν αιμορραγίαν (Βασιλείου Σφυρόερα, Οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας, Αθήναι 1971, σελ. 33).
[12] αβαρίζι το: <τουρκ. avarɪz. Βλάβη, ζημιά, αβαρία. Είδος φόρου, σε χρήμα ή είδος.
[13] αρχ. ἐπ-αχθής-ής-ές (=βαρύς, επίπονος, φορτικός, οδυνηρός)<ἄχθος (=βάρος, φορτίο, θλίψη, στενοχώρια)<ἄχθομαι (=είμαι φορτωμένος-στενοχωρημένος-θλιμμένος). Και ἐπ-άχθομαι (=ενοχλούμαι με κάτι). ἄχθος ἀρούρης (=άχρηστο βάρος πάνω στη γη. Μεταφ.: ο άχρηστος άνθρωπος, το «παράσιτο»).
[14] τζαμί το: <τουρκ. cami (από τα αραβ.). Το μουσουλμανικό τέμενος, ευκτήριος οίκος.
[15] βακούφι το: <τουρκ. vakıf (=ίδρυμα, βακούφι). Κτήμα αφιερωμένο σε μοναστήρι ή ίδρυμα. Θρησκευτικό φιλανθρωπικό ίδρυμα. Μετόχι.
[16] ραγιάς ο: <τουρκ. raya, reaya (=ραγιάς, ποίμνια, κοπάδι, μη μουσουλμάνοι υπήκοοι) (από τα αραβ.)+-ς. Ο μη μουσουλμάνος υπόδουλος υπήκοος τής οθωμανικής αυτοκρατορίας.
[17] γκιαούρης ο: <τουρκ. gâvur (=άπιστος, αλλόθρησκος, γκιαούρης)-ης. Αλλόθρησκος, χριστιανός (για τους μουσουλμάνους).
[18] χαράτσι το: <μεσν. χαράτσι<τουρκ. haraç (=χαράτσι, κεφαλικός φόρος, άδικη φορολογία) (από τα αραβ.)+-ι. α) ο κεφαλικός φόρος επί Τουρκοκρατίας που πλήρωναν οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σκοπό την απαλλαγή τους από την υποχρέωση τής στρατιωτικής θητείας. β) κάθε άλλος κρατικός φόρος που θεωρείται βαρύς και άδικος.
[19] μπεντέλι το: <τουρκ. bedel. Φόρος τον οποίο κατέβαλλαν οι χριστιανοί προ του τουρκικού συντάγματος τού 1908 για την απαλλαγή τους από τη στρατιωτική υπηρεσία. Αντισήκωμα (=χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να εξαγοράσει κάποια υποχρέωσή του, αντίσηκο, αντίβαρο).
[20] αγγαρεία η: <ελνστ. ἀγγαρεία (=υποχρεωτική δημόσια υπηρεσία)<αρχ. ἀγγαρεία (=άγγελμα, είδηση)<ἀγγαρεύω. Η λέξη περσικής προελεύσεως.
[21] Βλέπε Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ο χαρακτήρας τών Ελλήνων, Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα. Εκδόσεις Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2003.
[22] Οι Ανθενωτικοί ήταν θρησκευτική και πολιτική παράταξη στο Βυζάντιο η οποία αντιτασσόταν στην ένωση τής Ορθόδοξης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ύστερα από τη «Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας» (1438-1439), – όταν αποφασίσθηκε η Ένωση τών Εκκλησιών, με αντάλλαγμα την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας από τη Δύση κατά τών Τούρκων, – η διαμάχη Ενωτικών-Ανθενωτικών κορυφώθηκε. Οι Ανθενωτικοί πίστευαν ότι η σχεδιαζόμενη τότε Ένωση Εκκλησιών αποτελούσε προδοσία τής Ορθοδοξίας. Οπότε προτιμούσαν οι Ανθενωτικοί την οθωμανική κυριαρχία από την υποταγή στον Πάπα («κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέσω τη Πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν»). Πρωτοστάτησαν στο ανθενωτικό κίνημα ο Μάρκος Ευγενικός και ο Γεώργιος Σχολάριος, ο μετέπειτα Πατριάρχης Γεννάδιος Β΄. Το ανθενωτικό ρεύμα είχε υποστηρικτές κυρίως τους μοναχούς και τα λαϊκά στρώματα, ενώ τους Ενωτικούς στήριζαν περισσότερο οι διανοούμενοι και η πολιτική ηγεσία.
[23] Την επωνυμία «Σχολάριος» είχε λόγω τού αξιώματος τού σχολαρίου, το οποίο προφανώς είτε ο ίδιος είχε λάβει κατά το παρελθόν είτε κάποιος πρόγονός του. Οι σχολάριοι ήταν επίλεκτα σώματα ιππικού για την προστασία τού βυζαντινού αυτοκράτορα, δηλαδή ήταν η αντικατάσταση τής παλαιάς Πραιτωριανής Φρουράς. Οι Παλατινές Σχολές (Σχολαί, Scholae Palatinae) ιδρύθηκαν από τον Μέγα Κωνσταντίνο (312 μ.Χ.) και παρέμειναν στην υπηρεσία τής αυτοκρατορίας έως τα τέλη τού 11ου αι. Αυτές αι Σχολαί ήταν επίλεκτα στρατιωτικά σώματα τής αυτοκρατορικής φρουράς. Αρχικά οι σχολάριοι αποτελούσαν την ένοπλη συνοδεία τού αυτοκράτορα κατά τις μετακινήσεις και εκστρατείες του. Ωστόσο από την εποχή τού αυτοκράτορα Ζήνωνα άρχισαν να παρακμάζουν, ώσπου υποβιβάστηκαν σε τελετουργικά τμήματα επιδείξεων. Κατάντησαν οι θέσεις τών σχολαρίων να πωλούνται σε νεαρούς αριστοκράτες για την απόκτηση κοινωνικού κύρους. Οι Σχολές αυτές εξαφανίσθηκαν επί βασιλείας τού Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118).
[24] Ο Φραντζής, ένας από τους τέσσερις ιστορικούς τής Αλώσεως, καταθέτει: «Ποιήσας ουν τη τρίτη ημέρα τής αλώσεως ο αμηράς θρίαμβον και χαράν μεγάλην δια την νίκην την κατά της πόλεως, και κελεύσας ίνα εξέλθωσι πάντες οι άνθρωποι μικροί τε και μεγάλοι οι όντες κεκρυμμένοι εν τισι τόποις κρυφοίς τής πόλεως και ελεύθεροι και ανενόχλητοι ώσιν, ομοίως και πάντες όσοι εκ της πόλεως έφυγον, ως προείπαμεν, δια τον φόβον τού πολέμου, έκαστος αυτών επιστρέψη εις τον οίκον αυτού και βιώναι έκαστον κατά την τάξιν και θρησκείαν αυτού ως και πρότερον ην. Ομοίως προσέταξεν ίνα ποιήσωσι και πατριάρχην ως σύνηθες ην κατά την τάξιν αυτών. Ην γαρ προαποθανών ο πατριάρχης. Και εκλέξαντες οι εντυχόντες αρχιερείς και οι ολίγοι πάνυ έτεροι ιερωμένοι και λαϊκοί τον σοφώτατον κυρ Γεώργιον τον Σχολάριον λαϊκόν έτι όντα εις πατριάρχην εχειροτόνησαν, ον και Γεννάδιον επωνόμασαν.
Προϋπήρχε δε και τάξις και συνήθεια τοις βασιλεύσι χριστιανοίς ίνα δωροποιώσι τω χειροτονηθέντι πατριάρχη νεωστί δεκανίκιον χρυσούν μετά λίθων πολυτίμων…
…Ούτως δε και αυτός ο αλιτήριος θέλων ποιήσαι ως βασιλεύς τής πόλεως, καθώς εποίουν και οι χριστιανοί βασιλείς, τον πατριάρχην προσεκαλέσατο ίνα συγκαθίση μετ’ αυτού και αριστήσαι και ομιλήσαι. Και ελθόντος τού πατριάρχου, εδέξατο αυτόν ο τύραννος μετά μεγάλης τιμής. Και πολλά ομιλήσαντες αναμεταξύ, και επαγγελίας αμετρήτους επηγγείλατο δούναι τω πατριάρχη. Ως δε ήγγικεν ο καιρός τού εξελθείν τον πατριάρχην, εκβαλών ο αμιράς δέδωκεν αυτώ δώρον το πολύτιμον εκείνο δεκανίκιον» (Γεωργίου τού Φραντζή τού πρωτοβεστιαρίου, Χρονικόν, εκδ. Βόννης, 1838, σελ. 304-306).
[25] Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Κουρτέσιος και η καταγωγή του ήταν από τη Θεσσαλία. Υπήρξε μαθητής τού Μάρκου Ευγενικού. Στην εκλογή του στο πατριαρχικό αξίωμα συνετέλεσαν οι Έλληνες γραμματικοί τού σουλτάνου Θωμάς Καταβοληνός και Δημήτριος Απόκαυκος.
κουρτέσης-α-ικο: <ιταλ. cortese. Ευγενικός, φιλόφρων, αξιαγάπητος, γενναιόδωρος. Επώνυμο Κουρτέσης στο Παντουκειός Χίου.
[26] «Ιδίαις χερσίν δέδωκεν αυτώ δεκανίκιον πολλού άξιον, ήτοι ράβδον αργυράν περικεχρυσωμένην, ωραίαν, και ίππον αγαθόν και μέρος χρυσίων, επειπών αυτώ: πατριάρχευε επ’ ευτυχία και έχε την φιλίαν ημών εν οις θέλεις, έχων πάντα τα σα προνόμια, ως και οι προ σού πατριάρχαι είχον» (Ιστορία Πολιτική Κωνσταντινουπόλεως, σελ. 28).
[27] δεκανίκι το: <δεκανίκιν<δεκανός<λατ. decanus+-ίκιον. Δεκανίκια ήταν αρχικά τα ραβδιά τών δεκάνων (=δεσμοφυλάκων). Μεσν. δεκανίκι(ν) υποκορ. τού ουσιαστικοπ. ουδ. επιθ. *δεκανικ(όν)+-ιον (ραβδίον)=ραβδί τού δεκανού, του δεκάρχου, του δεσμοφύλακα. Ψηλό ραβδί, με οριζόντιο στήριγμα στο ύψος τής μασχάλης, που το χρησιμοποιούν οι ανάπηροι.
δεκανέας ο: <δεκαν(εύς)+-έας<ελνστ. δεκαν(ός)=δέκαρχος, στρατ. βαθμός (<λατ. decanus)+-εύς. [Με την προσθήκη τού αρχ. επιθήματος -εύς δημιουργείται περισσότερο λόγια εντύπωση]. Ο κατώτερος βαθμούχος τού στρατού.
[28] βεράτιο το/μπεράτι το: <τουρκ. berat (=σουλτανικό διάταγμα). Σουλτανικό διάταγμα επί Τουρκοκρατίας. Επώνυμο Μπεράτης.
[29] λογοθέτης ο: <ο θέτων τον λόγον (=ο λαμβάνων αποφάσεις στην κυβέρνηση). Αξίωμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αντίστοιχο με αυτό τού υπουργού σήμερα. Το αξίωμα τού λογοθέτη είχε διάφορους βαθμούς και επιστασίες: Λογοθέτης τών Αγελών, Λογοθέτης τού Γενικού, Λογοθέτης τού Δρόμου, Λογοθέτης τού Στρατιωτικού, Λογοθέτης τών Οικιακών, Λογοθέτης τών Σεκρέτων, Λογοθέτης τών Υδάτων. Ο Μέγας Λογοθέτης είχε τη μεγαλύτερη ισχύ όλων, αξίωμα αντίστοιχο τού Βεζύρη ή Πρωθυπουργού. Σήμερα το Πατριαρχείο Κων/πόλεως χορηγεί τον τίτλο τού Λογοθέτη σε διάφορους λαϊκούς τιμής ένεκεν.
[30] «Μάλιστα τοσούτω γενική η αναγνώρισις αυτών διά του χρόνου κατέστη, ώστε και αυτοί οι Οθωμανοί πολλάκις, εγκαταλείποντες τα ίδια δικαστήρια, τα δικαστήρια τής αυθεντίας ως πολλαχού εκαλούντο, προσέφευγον εις εκείνα, πεποιθότες ότι θέλουσιν εύρει πλειοτέραν δικαιοσύνην» (Ν. Γ. Μοσχοβάκη, Το εν Ελλάδι Δημόσιον Δίκαιον επί Τουρκοκρατίας, Αθήναι 1882, σελ. 58).
[31] «Η Ορθοδοξία, από της Τουρκοκρατίας και εντεύθεν, προσέλαβεν εθνικόν περιεχόμενον, και η Εκκλησία ως τοιαύτη απέβη ανεκτίμητος ηθικός και δυναμικός παράγων. Η δουλεία υπό ξένον κατακτητήν ετόνωσε την συνείδησιν τής εθνικής και θρησκευτικής ιδιοσυστασίας τού λαού. Ο λαός ως μόνον στήριγμα εις τας σκληράς εκείνας δοκιμασίας είχε την Εκκλησίαν. Η Εκκλησία απέβη ο ισχυρότερος συνεκτικός δεσμός τών απανταχού τής Ανατολής εγκατεσπαρμένων ομοεθνών. Έθνος και πίστις εις την Ορθοδοξίαν εταυτίσθησαν. Η πίστις αυτή ενίσχυσε το αίσθημα τής πατρίδος, ενέπνευσε καρτερίαν εν μέσω ανηκούστων δεινών, απέβη δε τέλος ισχυρός εμψυχωτής τού υπέρ τής απολυτρώσεως αγώνος. Πρέπει όμως εν προκειμένω να διακρίνωμεν μεταξύ τής στάσεως τής ανωτέρας Ιεραρχίας και του κατωτέρου κλήρου και των μοναχών. Η ανωτέρα Ιεραρχία, εργαζομένη εγγύς τών κρατούντων και υπό τα καχύποπτά των βλέμματα, προικισμένη επί πλέον με ουσιαστικά προνόμια, των οποίων όμως η άσκησις εξηρτάτο από την αυθαιρεσίαν, παρέμεινε συντηρητική αν μη αντιδραστική εις τας σκέψεις και ενεργείας της.
Εντελώς διάφορος υπήρξεν η στάσις τού κατωτέρου κλήρου. Ο παπάς και ο καλόγερος έζησαν επί γενεάς πλησίον τού δουλεύοντος γένους, δοκιμάζοντες τας αυτάς πικρίας, τας αυτάς διώξεις, τα αυτά μαρτύρια, συνυφασμένοι μαζί του, παρηγορούντες αυτό και παρέχοντες όσην προστασίαν το σχήμα των ηδύνατο ν’ ασφαλίση έναντι τής τυραννίας. Οι ταπεινοί αυτοί ρασοφόροι απέβησαν κατά τους τραχείς χρόνους τού τουρκικού ζυγού οι κρυφοί απόστολοι τής ελευθερίας, οι πρώτοι αφανείς διδάσκαλοι τού Γένους» (Αλεξάνδρου Διομήδη, Βυζαντιναί μελέται, 1951, σελ. 327-328).
«Η Εκκλησία ένωσε όλα τα μέλη τού γένους, τα σκορπισμένα σ’ όλη την έκταση τής οθωμανικής αυτοκρατορίας και έξω απ’ αυτήν, και συνέδεε, πάνω από το χρόνο, τις γενεές που ζούσαν μ’ αυτές που είχαν υπάρξει και μ’ εκείνες που ήταν να έλθουν. Με το κύρος της κραταίωνε τούς υπόδουλους στις δοκιμασίες, ενίσχυε την πίστη τους, δυνάμωνε την ψυχική αντίστασή τους. Από τους κόλπους της βγήκαν δάσκαλοι, καθώς και μερικές από τις φυσιογνωμίες τής πνευματικής αναγέννησης τού Ελληνισμού. Αλλά και άμεσα ανέλαβε αγώνες που την έφεραν αντιμέτωπη με τους Τούρκους. Ηγέτες και κατώτερα στελέχη της πάλεψαν συχνά για ν’ αποτρέψουν κινδύνους που απειλούσαν το σύνολο ή τμήματα τού έθνους, είτε από διαταγές τής εξουσίας είτε από αυθαιρεσίες κατώτερων οργάνων είτε από εκρήξεις φανατισμού τών μαζών. Λειτουργοί της πρωτοστάτησαν σε συνωμοσίες, ευλόγησαν επαναστατικά κινήματα, πήραν οι ίδιοι τα όπλα στα χέρια, διακρίθηκαν σαν αρχηγοί πολεμικών σωμάτων» (Μ. Σακελλαρίου, Τουρκοκρατία και Ελληνισμός, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 14).
«Η Εκκλησία παραμένει σ’ όλη την περίοδο, απ’ το ΙΕ΄ ως το τέλος τού ΙΖ΄ αι., η κατευθυντήρια δύναμη τού Έθνους. Επικεφαλής τής εθνικής αντίστασης σ’ όλες τις μορφές της, εργαζόμενη για το σταμάτημα τών εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σ’ όλες τις εξεγέρσεις ακόμα και διευθύνοντάς τες (έχει δείξει μεγάλο αριθμό νεομαρτύρων, και είναι σύγχρονα και ήρωες τής χριστιανικής πίστης και της εθνικής αντίστασης), ρύθμιζε επίσης την πνευματική ζωή» (Νίκου Γ. Σβορώνου, Επισκόπηση τής Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. Θεμέλιο, 1992, σελ. 49).
[32] Βλέπε τη διδακτορική διατριβή: Αθηνάς Ν. Κονταλή, «Η συμμετοχή τού ελληνορθόδοξου κλήρου στα επαναστατικά κινήματα τής Τουρκοκρατίας (1453-1821)», Εκδόσεις ΕΝΝΟΙΑ, 2020.
[33] Ο Διονύσιος, το 1611, ύστερα από μακροχρόνιες επαφές με δυτικούς ηγεμόνες, ξεσήκωσε τούς κατοίκους τής Ηπείρου. Συγκεκριμένα ο Διονύσιος, έχοντας στο πλευρό του 800 χωρικούς από το Σούλι και τη Θεσπρωτία, κυρίευσε τα Ιωάννινα, στις 10 προς 11 Σεπτεμβρίου 1611. Ωστόσο το κίνημα εκείνο απέτυχε λόγω τού ανοργάνωτου χαρακτήρα του, και ο Διονύσιος συλληφθείς εγδάρη ζωντανός («τον έγδαραν ζωντανόν και γεμίσαντες το δέρμα του άχυρον το περιέφεραν από πόλιν εις πόλιν και τέλος εις αυτήν την Κωνσταντινούπολιν», Κ. Ν. Σάθα: Τουρκοκρατουμένη Ελλάς 1453-1821, σελ. 213).
«Ο δε της αποστασίας αρχηγός Διονύσιος, ως ήκουσε τούς αλαλαγμούς τών Τούρκων και είδε τούς μεθ’ εαυτού σκορπισθέντας, έφυγε και ελθών εκρύφθη εις το σπήλαιον τής εκκλησίας Ιωάννου τού Προδρόμου, όπου τώρα κείται το τζαμί τού Ασλάν Πασά. Έγινε δε μεγάλη περί αυτού ζήτησις και ουδείς άλλος εδυνήθη να τον εύρη παρά το μισόχριστον τών Ιουδαίων γένος, οι οποίοι φέροντές τον δέσμιον τόν παρέδωσαν εις τους κριτάς, και δια προσταγής τών αρχόντων Τούρκων, χωρίς τινος εξετάσεως, τον έγδαραν ζωντανόν, και γεμίσαντες το δέρμα του άχυρον το περιέφεραν από πόλιν εις πόλιν και τέλος και εις αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Λέγεται δε ότι εσηκώθη και ο βασιλεύς να τον ιδή, και ούτως επληρώθη το της προφητείας του λοξόν, ότι έμελλε να υπάγη και εις την Κωνσταντινούπολιν, και αυτός ο βασιλεύς να τον σηκωθή» (Δημ. Μ. Σάρρου, Μαξίμου Ιερομονάχου τού Πελοποννησίου, Λόγος στηλιτευτικός κατά Διονυσίου τού επικληθέντος Σκυλοσόφου, Ηπειρωτικά Χρονικά 3 (1928), σελ. 180-182).
[34] πρωτόγερος ο: <πρώτος γέρος. Προεστός, προύχοντας, γεροντοσύμβουλος.
[35] καζάς ο: <τουρκ. kaza (=ατύχημα, απόφαση)-ς. α) υποδιοικητική περιφέρεια. β) η απόφαση τού καδή. γ) μεταφ.: η εκτέλεση τών βουλών τού Υψίστου, δυστύχημα, ατύχημα. Επώνυμο Καζάς στην Καλαμωτή Χίου.
[36] «Ο θεσμός τών Κοινοτήτων στην Τουρκοκρατία: Αλλ’ εις πάσαν πόλιν και χώραν μετά τής αρχιερατικής δυνάμεως ήτο και άλλη καθαρώς κοσμική, η των λεγομένων Προεστώτων ή Δημογερόντων και τουρκιστί Κοτσαμπάσιδων. Ούτοι αλλού μεν ονομαζόμενοι από τους κρατούντας, αλλού δε εκλεγόμενοι υπό του κοινού τών Χριστιανών εσύναζαν τούς φόρους εκ των ομοπίστων τους και τους παρέδιδαν εις την εξουσίαν, και διέτασσαν πολλά αναφερόμενα εις αυτούς. Το αρχείον τούτο τών Δημογερόντων εκράτει και ταμιείον κοινόν το οποίον ως επί το πλείστον ήτο κατάχρεων. Επειδή δε όταν ήτο ηνωμένη η αρχιερατεία με την δημογεροντίαν, ήτο πάσα μία σεβαστοτέρα, δια τούτο αι φατρίαι και το κράτος τάς συνέκρουαν, και επροξένουν κοινήν δυστυχίαν. Εις πολλά μέρη αι φατρίαι αύται εκορυφώνοντο τόσον, ώστε εγίνοντο συχναί καταδρομαί, φυλακώσεις, εξορίαι και όχι ολιγάκις δολοφονίαι τών αντιφατριαστών, και δωροδοκίαι προς τους τοπάρχας, δια τας οποίας πολλαί χώραι εξηφανίζοντο. Εις πολλάς χώρας τής Θετταλίας και της Ελλάδος παρελάμβανε παις παρά πατρός την δημογεροντίαν, και ούτως οικογένειαι τινές τών Αγράφων και της Πελοποννήσου περιεκυκλόνοντο με λάμψιν ίσην τών Φαναριωτών ηγεμόνων. Δεν έλειπεν από καιρού εις καιρόν το κράτος με προφάσεις αδικίας να τιμωρή θανατικώς τοιούτους μεγαλοδημογέροντας και να δημεύη την περιουσίαν των. Αλλά μετ’ ολίγον ενεπίστευεν εις τους υιούς των την δημογεροντίαν δια να θησαυρίσωσι πάλιν, και πάλιν το κράτος να αρπάση τα συναχθησόμενα» (Κ. Μ. Κούμα, Ιστορίαι τών ανθρωπίνων πράξεων, τ. 12, σελ. 537-538).
[37] Το οθωμανικό κράτος επέβαλλε δύο είδη φόρων:
Α) Νόμιμοι φόροι:
α) κεφαλικός φόρος (τουρκ. harac). Δια της καταβολής του οι ραγιάδες εξαγόραζαν το δικαίωμα τής ζωής. Ο κεφαλικός φόρος εμφάνιζε τρεις διαβαθμίσεις, δηλαδή ήταν ανάλογος τής περιουσίας εκάστου φορολογουμένου.
β) έγγειος φόρος.
γ) φορολογία επί τών παραγομένων γεωργικών προϊόντων.
δ) η «σπέντζα». Φόρος τον οποίο πλήρωναν οι καλλιεργητές στους τιμαριούχους.
Β) Αυθαίρετοι φόροι: επιβάλλονταν επί της αγροτικής γης και των προϊόντων της, και επί προσώπων για διάφορες ενέργειες, είτε νόμιμες είτε παράνομες (γάμους, βαπτίσεις, κηδείες, πρόστιμα).
α) ο εκκλησιαστικός φόρος «ρόγα» ή «ζητεία».
[ρόγα η: <μεσν. ρόγα (=ελεημοσύνη, απλοχεριά, αμοιβή, μισθός)<ρογ(εύω) (=διανέμω)+-α<λατ. erog(o) (=πληρώνω, απονέμω, δαπανώ, μοιράζω, δίνω)+-εύω. α) ο μηνιαίος μισθός, β) ο συμφωνημένος ετήσιος μισθός].
β) οι «τζερεμέδες» (διάφορα αυθαίρετα πρόστιμα).
γ) ο φόρος «ρέσμι αρουσάν» (τον κατέβαλλε ο πατέρας προκειμένου να παντρέψει την κόρη του. Αντίστοιχος τού βυζαντινού φόρου παρθενοφθορίας).
[ρέσμι το/ρέσιμι το/ρέσιμο το: <τουρκ. resim (=α. εικόνα, ζωγραφιά, β. δασμός, φόρος)].
δ) ο φόρος «ντεβσουρμέ» (φορολογία αίματος). Το παιδομάζωμα, για τον σχηματισμό τών γενιτσαρικών ταγμάτων.
[ντουσουρμές ο: <τουρκ. προέλ. α) το παιδομάζωμα τών γενιτσάρων. β) ασήμαντος στρατός αποτελούμενος από ποικίλα στοιχεία].
[38] «Αρκεί να σκεφθεί πώς θα είχαν τα πράγματα αν στη θέση τών Ελλήνων – στελεχών τής διοίκησης – υπήρχε μόνο Τούρκος διοικητής, επιβάλλοντας τη θέλησή του manu militari (=στρατιωτικώ τω τρόπω, βιαίως). Οι διοικούμενοι τότε θ’ αποτελούσαν ένα άβουλο άθλιο κοπάδι. Μια κοινωνική ομάδα με υποτυπώδη συλλογική και εθνική συνείδηση» (Γεωργίου Καββαδία, Επανάσταση και Κοινωνική Δυναμική – 1821, εκδ. Σάκκουλας, 1996, σελ. 191).
Δηλαδή, κατά τον Καββαδία, η ύπαρξη προκρίτων στην τοπική αυτοδιοίκηση συνέβαλε στην επιβίωση τών υποδούλων ως χριστιανών και ως Ελλήνων.
[39] κοτζαμπάσης ο: <τουρκ. Kocabaşι. Στην περίοδο τής Τουρκοκρατίας πρόκριτος επιφορτισμένος με την αρμοδιότητα είσπραξης φόρων.
«Πολλοί βέβαια από τους κοινοτικούς άρχοντες παρουσιάζονται με μειωμένες ηθικές αντιδράσεις και κλίνουν προς την αδικία και την συνεργασία τους με τον κατακτητή. Οι φαύλοι αυτοί χαρακτήρες, στηριζόμενοι και στην δύναμη τών τουρκικών αρχών, καταπιέζουν τούς φτωχούς και αδύνατους συμπατριώτες τους και τους αδικούν ως προς την κατανομή τών φόρων. Αποτέλεσμα το όνομα «κοτσάμπασης» να πάρει κακή σημασία στα ελληνικά, να σημαίνει τον βάναυσο, τον καταπιεστή, το δυνάστη» (Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία τού Νέου Ελληνισμού, τ. Β1, σελ. 288).
[40] «Τούτους (τους Τούρκους) εμιμήθησαν και οι πλουσιώτεροι τών προεστώτων. Εκτός τών όσων αυτοί εκ προτέρου διετήρησαν, αγοράζοντες και κατοχάς (γαίας) από τους ευαρίθμους γεωργούς τών ολιγανθρώπων χωρίων ή και από Τούρκους πτωχεύοντας, απέκτησαν και τινες αυτών τσιφλίκια. Η δε τούτων τών προεστώτων τάξις, ως μετέχουσα τής εξουσίας ή αρχής, άρχισε να διακρίνηται και ως τις ανωτέρα ή αριστοκρατική, ευπορούσα, ευημερούσα και τοις Τούρκοις προσπελάζουσα. Τινές δ’ αυτών και εκολάκευον και υπηρέτουν μάλιστα αυτούς σφόδρα, δι’ ίδια τέλη και συμφέροντα, τα κοινά εν δευτέρω τιθέμενοι λόγω. Τους δε τούτο επιτηδεύοντας ο νοήμων λαός, ως απεσπασμένους απ’ αυτού, απεκάλει Τουρκολάτρας ή Τούρκους απεριτμήτους, ων ενίους και ίσα με τους Τούρκους και εφοβείτο και εμίσει» (Μιχ. Οικονόμου, γραμματέως τού Κολοκοτρώνη, Ιστορικά τής Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι, 1873, σελ. 28-29).
[41] μπέης ο: <τουρκ. bey (=κύριος, ηγεμόνας, μπέης)-ς. Τουρκικός τίτλος ηγεμόνων πολιτικών και στρατιωτικών. Και το θηλυκό μπεΐνα/μπεγίνα (=η μπέισσα, η σύζυγος τού μπέη ή η θυγατέρα τού μπέη).
[42] Μαντεμο-χώρια: <μαντεμιού χωριά. [μαντέμι το: <τουρκ. maden (από τα αραβ.), διαλεκτ. madem+-ι. α) ο χυτοσίδηρος, β) το μετάλλευμα].
[43] βοεβόδας ο/βοϊβόδας ο/βογβότας ο/βογιβόντας ο/βογιβότας ο/βόγβοτας ο/βοϊβότας ο: <μεσν. βοεβόδας, βοϊβόδας<σλαβ. wojevod(e), voivod(a)-ας. Στρατιωτικός ή πολιτικός διοικητής επαρχίας στις σλαβικές χώρες και στην ευρωπαϊκή Tουρκία. Τίτλος τον οποίο χορηγούσαν οι σουλτάνοι στους ηγεμόνες τής Βλαχίας και Μολδαβίας. Ηγεμόνας, οπλαρχηγός. Επώνυμα Βοϊβόντας, Ποδότας, Πώποτας.
[44] πασαλίκι το: <τουρκ. paşalık (=πασαλίκι). α) η ιδιότητα, τού πασά. β) διοικητική περιφέρεια.
[45] πασάς ο: <μεσν. πασάς<τουρκ. paşa (=πασάς, στρατηγός)+-ς. Τίτλος οθωμανού αξιωματούχου.
[46] σινάφι το: <εσνάφι<τουρκ. esnaf (=μικρέμπορος, συντεχνία), πληθ. sιnιf (από τα αραβ.)+-ι. Η συντεχνία, κοινωνική ομάδα, κοινωνική τάξη.
[47] πίττα η: <μεσν. πίτα<ιταλ. pitta<λατ. picta<ελλ. πηκτή (Ανδριώτης). Τουρκ. pide. Κατά Κουκουλέ: πίττα<αρχ. πίττα/πίσσα. α) είδος άζυμου ψωμιού, λαγάνα. β) κατηγορία μαστίχας (Χίος). ‘Τα πυξάρια τού Πυργιού βγάλλου μεγάλες πίττες’.
[48] τραχανάς ο: <τουρκ. tarhana+-ς<ελλ. τραγανός (<θέμα αορ. έτραγον<ρ. τρώγω). Ζυμαρικό με μορφή κόκκων, που έχει ως πρώτη ύλη του το γάλα. [Στα Θυμιανά Χίου τραχανάς (=ο ανίκανος στη διεκπεραίωση κάποιας εργασίας, ο ανεφέλετος)]. Επώνυμο Τραχανατζής.
[49] φουστανέλα η: <φουστάν(ι)-έλα. Ιταλ. fustanella, υποκορ. τού fustana. Φούστα από άσπρο ύφασμα με πολλές πτυχές, που φτάνει μέχρι το γόνατο και που αποτελεί τμήμα τής ελληνικής ανδρικής εθνικής φορεσιάς. Ο φέρων φουστανέλα φουστανελοφόρος.
φουστάνι το: <μεσν. φουστάνι<βεν. αρσ. fustagno (=ρούχο από χοντρό, φτηνό ύφασμα, το οποίο έλαβε την ονομασία του από το προάστιο τού Καΐρου Fustat όπου υφαινόταν ορισμένο είδος
πανιού), πληθ. fustagni που θεωρήθηκε ουδ. εν. <μσνλατ. fustaneum. Αλβ. fistan. Επώνυμο στη Χίο Φουστάνας και αλλού Φουστάνος.
[50] φέσι το: <τουρκ. fes+-ι (από το όνομα τής πόλης Fez τού Μαρόκου, όπου κατασκευαζόταν). Το κάλυμμα τής κεφαλής μουσουλμανικών λαών. Είδος κόκκινου σκούφου με φούντα που φορούν οι ανατολίτες. Επώνυμα Φέσης, Φέσσας.
[51] τσαρούχι το: <μεσν. τσαρούχιν<τουρκ. çarιk (=τσαρούχι, φρένο άμαξας). Παπούτσι με σόλα από ακατέργαστο δέρμα, που το συγκρατούσαν με σκοινιά και που το φορούσαν οι άντρες τών ορεινών περιοχών. Σήμερα υπόδημα τών ευζώνων τής Προεδρικής Φρουράς. Επώνυμο Τσαρούχας στη Χίο και Τσαρούχης αλλού.
[52] βράκα η: βράκα<λατ. braca-ae/bracae-arum (=αναξυρίδες, βράκες)<αρχ. βράκος τό (=γυναικείο ένδυμα). Φαρδύ παντελόνι από τη μέση ως τα γόνατα, σαλβάρι, βρακί. Στο Πυργί: «βράκα: το παντελόνι τής πυργούσικης ανδρικής στολής. Ήταν πάντοτε λευκό, από πυργούσικο ύφασμα. Δενόταν με το κορδόνι, που υπήρχε στο επάνω μέρος του. Έφθανε μέχρι τούς αστραγάλους και, ενώ στο πάνω μέρος ήταν φαρδύ, στο κάτω μέρος γινόταν αρκετά στενό, ίσως για λόγους πρακτικούς. Πληθ. οι βράτσες» (Τσικής).
[53] μπότα η: <μεσν. μπότα<ιταλ. botta<γαλλ. botte<αρχ. γερμ. butta. Ανδρικό ή γυναικείο παπούτσι που φτάνει ψηλά ως το γόνατο). [στιβάνι το (Κρήτη): <ιταλ. stivale. Κρητικό δερμάτινο υπόδημα που περιβάλλει την κνήμη, μπότα ανδρική]. Βενετ. stival, ιταλ. stivale (=κνημίς, υπόδημα)/stivaletto (=κόθορνος, είδος υποδήματος)/stivalato (=υποδημένος).
[54] αντερί το/αντιργιά η: <τουρκ. anteri<entari (από τα αραβ.). α) είδος μακριού ανδρικού χιτώνα στην εποχή τής Tουρκοκρατίας. β) εσωτερικός ποδήρης χιτώνας, ο μακρύς χιτώνας που φορούν οι παπάδες κάτω από το ράσο. Επώνυμο Αντερής.
[55] κολόβιο το: <κολόβιος<κολοβός. α) είδος τηβέννου τών συγκλητικών, β) κοντό ένδυμα χωρίς μανίκια για το άνω μέρος τού κορμού, γιλέκο ή κοντομάνικο πουλόβερ.
κολοβός επίθ.: <αρχ. κολοβός (=περικεκομμένος, ακρωτηριασμένος)<αρχ. κόλος-ος-ον (=βραχύς, κοντός). Κοντός, μικρός, λιγοστός, στερημένος. Επώνυμα Κολοβός και Κολόβης στη ΒΔ Χίο.
[56] ράσο το: <μεσν. ράσον<λατ. ras(um)=(ξυσμένο, λειασμένο ύφασμα)+-ον.
[57] τσουμπές ο: <τουρκ. cüppe (=μανδύας, τήβεννος, ράσο, τσουμπές)+-ς. Μακρύ πανωφόρι, ράσο.
[58] Αμέσως μετά την Άλωση, άρχισε να δημιουργείται γύρω από τον Πατριάρχη και τον Σουλτάνο μια νέα τάξη Ελλήνων ευγενών, οι Φαναριώτες. Προήρχοντο απ’ όλη την Ελλάδα και, επειδή διέμεναν στη συνοικία Φανάρι τής Κων/πόλεως, όπου είχε την έδρα του το Οικουμενικό Πατριαρχείο (από το 1603), έλαβαν και το σχετικό όνομα. Γνώριζαν ξένες γλώσσες, γνώριζαν επίσης και από διοίκηση, οπότε οι Τούρκοι τούς μεταχειρίσθηκαν ως διερμηνείς, ως πρεσβευτές, ως ηγεμόνες τών Παραδουναβίων Ηγεμονιών Μολδαβίας και Βλαχίας, και ως Διερμηνείς τού Στόλου. Για τη δράση τών Φαναριωτών διατυπώθηκαν αντικρουόμενες απόψεις. Είναι γεγονός ότι για τις υψηλές θέσεις που καταλάμβαναν βασική προϋπόθεση ήταν να είναι οι Φαναριώτες αφοσιωμένα όργανα στο τουρκικό κράτος. Συχνά ήταν επομένως τα φαινόμενα αλληλοϋπονόμευσης και αλληλοεξόντωσης ανάμεσά τους.
[59] Πολλές μομφές σε βάρος τών Φαναριωτών καταλογίζει ο Τήνιος ιατροφιλόσοφος Μάρκος Φίλιππος Ζαλλώνης στο έργο του «Σύγγραμμα περί Φαναριωτών» (γαλλική έκδοση τού 1824, σε ελληνική μετάφραση τού 1831 από τον Ν. Βαφειάδη).
«Φαναριώται εισίν ομάς τις ελληνικήν μεν εχόντων, ως λέγεται, την καταγωγήν, ουχί δε και την καρδίαν, ότι κατοικούντες άλλοτε το Φανάρι τής Κωνσταντινουπόλεως ως άλλοι μονόφθαλμοι παρά τοις τυφλοίς Τούρκοις εβασίλευσαν, μηδέν υπέρ των Ελλήνων εργασάμενοι, τουναντίον δε βαρυτέρας τας της Ελλάδος αλύσους καταστήσαντες, ίνα τρανά δια τούτου τοις κυρίοις δώσουσι δείγματα, ότι καίτοι Έλληνες ουδόλως την Ελλάδα αγαπώντες, καίτοι μη Τούρκοι, τα μάλλον τουρκίζουσιν» (Σύγγραμμα περί Φαναριωτών, α΄ελληνική έκδοση 1855, σελ. 3).
[60] Ο Μανωλάκης Καστοριανός, γουναράς, βρέθηκε στην υπηρεσία τού Μωάμεθ Δ΄. Με δικές του χορηγίες η παλαιά σχολή τού Πατριαρχείου διαμορφώθηκε στην Μεγάλη τού Γένους Σχολή.
Ο Παναγιώτης Νικούσιος, λόγιος και Μέγας Διερμηνεύς τής Πύλης, προκάλεσε φιρμάνι (σουλτανικό διάταγμα), δια του οποίου ο Πανάγιος Τάφος, τον οποίο κατείχαν οι Καθολικοί, δόθηκε στους Ορθοδόξους.
Ο ιατρός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος «ο εξ απορρήτων» υπήρξε Μέγας Διερμηνεύς. Δίδαξε στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή. Έργα του: «Ρητορική», «Γραμματική», «Ιουδαϊκή και Ρωμαϊκή Ιστορία».
Ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος διορίσθηκε (1709) πρώτος Ηγεμών Μολδαβίας. Έγραψε τα «Φιλοθέου Πάρεργα», με τα οποία μεταδίδει στους Έλληνες την παιδεία τών δυτικών λαών και τις προόδους των στις φυσικές επιστήμες. Ίδρυσε τυπογραφείο και σχολή στην οποία διδάσκονταν η ελληνική και λατινική γλώσσα.
Αξιόλογες υπηρεσίες επίσης προσέφεραν οι Καρατζάδες, Σούτσοι, Υψηλάντες, Μαυροκορδάτοι, Σκαρλάτοι, Χαντζερήδες, Μαυρογένηδες, Αργυρόπουλοι, Ράλληδες. Όλοι εκείνοι ενίσχυσαν την παιδεία και τα γράμματα.
[61] οτζάκι το/οτζάγι το/ουτζάκι το/τζάκι το: <τουρκ. ocak. α) εστία, κουζίνα, λατομείο, καπνοδόχος, β) οικογένεια, δυναστεία, μεγάλη οικογένεια.
[62] Η ανάπτυξη τού εμπορικού ναυτικού, εκείνη την περίοδο, οφείλεται στους εξής λόγους:
-
στην παλιά ναυτική παράδοση τών Ελλήνων, η οποία δεν διακόπηκε ούτε στα χρόνια τής σκλαβιάς, εφόσον οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν στα πλοία τους κυρίως Έλληνες.
-
στην αυτονομία που είχαν τα νησιά τού Αιγαίου. Η ναυπήγηση πλοίων ήταν ελεύθερη.
-
στη «Συνθήκη τού Κιουτσούκ Καϊναρτζή» (1774), η οποία επέτρεπε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα τών Ελλήνων στο Αιγαίο, στα Στενά και στον Εύξεινο Πόντο, εφόσον είχαν υψωμένη στα πλοία τους τη ρωσική σημαία.
-
στη «Συνθήκη τού Καμποφόρμιο» (1797): καταργείται η Βενετική Δημοκρατία, και εξουδετερώνεται ένας ισχυρός ανταγωνιστής τής ελληνικής ναυτιλίας.
-
στους θαλάσσιους αποκλεισμούς τών χρόνων τού Ναπολέοντα. Οι Έλληνες ναυτικοί διασπούσαν τους αποκλεισμούς εκείνους και αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη.
-
στο σύστημα διανομής τών κερδών: και ο τελευταίος ναύτης είχε μερίδιο στα κέρδη.
[63] Η οικονομική ανάπτυξη τών Ελλήνων αρχίζει κυρίως τον 17ο αι. Τότε, λόγω τής παρακμής τών λιμανιών τής Συρίας και της Αιγύπτου, μετατρέπονται σε κέντρα τού διαμετακομιστικού εμπορίου η Σμύρνη και η Θεσσαλονίκη. Αξιόλογη εμπορική κίνηση αποκτούν τότε και τα λιμάνια τών νησιών τού Αιγαίου, της Κρήτης, της Πελοποννήσου και της Ηπείρου. Ύστερα από τη Γαλλική Επανάσταση (1789) και τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1769-1770) μεγάλο μέρος τού γαλλικού εμπορίου περνά στους Έλληνες. Μετά τη «Συνθήκη τού Πασσάροβιτς» (1718) οι Έλληνες αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις με την Αυστρία και Γερμανία, και δημιουργούν παροικίες στην Λειψία και Βιέννη.
Τότε σε ορισμένες πόλεις τής Ελλάδος δημιουργούνται τοπικές βιοτεχνίες και ακμάζει το εμπόριο: η Χίος και τα Γιάννενα έχουν πρακτορεία σε όλη την Ευρώπη, τα χωριά τού Ζαγορίου έχουν βιοτεχνίες που κατασκευάζουν ναυτικές κάπες, τα 24 χωριά τού Πηλίου κατασκευάζουν μεταξωτά είδη και μάλλινα σκεπάσματα. Τα Αμπελάκια ιδρύουν συνεταιρισμό που ασχολείται με τη βαφή βαμβακιού.
[64] Από τα ελληνικά νησιά πρώτη απέκτησε εμπορικό ναυτικό η Ύδρα. Στην Ύδρα, που την κατοικούσαν ορθόδοξοι αλβανόφωνοι από τον 15ο αι., είχαν καταφύγει πολλοί πρόσφυγες από την Πελοπόννησο κυρίως οι οποίοι ασχολούντο με το εμπόριο. Τα πλοία τής Ύδρας στην αρχή ήταν καΐκια και τρεχαντήρια, αργότερα εξελίχθηκαν σε μεγαλύτερα πλοία. Εκτός τής Ύδρας εμπορικό στόλο απέκτησαν οι Σπέτσες, τα Ψαρά, το Τρίκερι, η Κύμη, το Γαλαξίδι.
[65] Διδάσκαλοι τού Γένους χαρακτηρίσθηκαν οι λόγιοι που, κατά τους χρόνους τής δουλείας, συνετέλεσαν στην πνευματική καλλιέργεια τού λαού. Οι σημαντικότεροι εξ αυτών είναι:
Μελέτιος Πηγάς (1549-1601): με καταγωγή από την Κρήτη σπούδασε στην Πάδοβα. Αναδείχθηκε σε κορυφαία εκκλησιαστική προσωπικότητα. Έγινε το 1590 Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Έγραψε στη δημοτική γλώσσα.
Μάξιμος Μαργούνιος (1549-1602): με καταγωγή από την Κρήτη σπούδασε στην Πάδοβα. Υπερασπίσθηκε την Ορθοδοξία και πολέμησε τον Καθολικισμό. Έγραψε το έργο «Διάλεξις μεταξύ Γραικού και Λατίνου».
Γαβριήλ Σεβήρος (1575-1616): από τη Μονεμβασιά. Σπούδασε στην Πάδοβα. Έγινε επίσκοπος Φιλαδελφείας. Με δικές του ενέργειες ιδρύθηκε το 1593 η «Ελληνική Σχολή Βενετίας».
Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714): από την Κεφαλληνία, ικανός εκκλησιαστικός ρήτορας. Χρησιμοποίησε στους λόγους του την απλή γλώσσα.
Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806): Κερκυραίος. Σπούδασε στην Πάδοβα. Μελέτησε τον Λοκ, Λάιμπνιτς και Βολφ, των οποίων τις απόψεις θέλησε να εισαγάγει στην Ελλάδα. Έργα του «Λογική», «Μεταφυσική».
Άνθιμος Γαζής (1758-1828): γεννήθηκε στις Μηλιές τού Πηλίου. Φοίτησε στο Σχολείο Ζαγοράς. Σε νεαρή ηλικία χειροτονήθηκε ιερέας. Εγκαταστάθηκε στη Βιέννη όπου και λειτουργούσε στην εκεί ορθόδοξη εκκλησία. Εξέδιδε το περιοδικό «Ερμής ο Λόγιος», το οποίο συνετέλεσε στην αφύπνιση τού Γένους. Έγινε μέλος τής Φιλικής Εταιρείας και το 1821 κήρυξε την Επανάσταση στο Πήλιο.
Νικηφόρος Θεοτόκης (1736-1800): Κερκυραίος. Μαθηματικός, φυσικός, θεολόγος και ιεροκήρυκας. Δίδαξε σε πολλές σχολές. Μετέβη στη Ρωσία όπου και έγινε Αρχιεπίσκοπος. Έργο του «Τα Κυριακοδρόμια» (ερμηνείες τών Ευαγγελίων κάθε Κυριακής).
Φραγκίσκος Σκούφος (1644-1697): από τις Κυδωνίες Κρήτης. Σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία. Διορίστηκε διδάσκαλος στη «Φλαγγίνειο Σχολή Βενετίας». Συνέγραψε το έργο «Ρητορική».
Κοσμάς Αιτωλός (1714-1779): θερμός ιεροκήρυκας. Περιέτρεξε όλη την Ελλάδα και τα κηρύγματά του ήταν στη λαϊκή γλώσσα. Υπήρξε ο λαϊκός διδάσκαλος τής Τουρκοκρατίας, πρόδρομος τού Κοραή και του Ρήγα. Πίστεψε στη δυνατότητα εξεγέρσεως τών υποδούλων. Ίδρυσε περισσότερα από 200 σχολεία σε ολόκληρη την ελλαδική επικράτεια. Στις 24 Αυγούστου 1779 απαγχονίστηκε από τους Τούρκους. Ανακηρύχθηκε Άγιος από την Εκκλησία.
Δημήτριος Καταρτζής-Φωτιάδης (1730-1807): ήταν υπέρμαχος τής «φυσικής γλώσσας».
Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833): γεννημένος στη Σμύρνη. Αρχικώς ακολούθησε τον έμπορο πατέρα του. Εγκατέλειψε το εμπόριο και στράφηκε στην ιατρική, την οποία ουδέποτε άσκησε. Τον Κοραή είλκυσαν οι φιλολογικές μελέτες, στις οποίες με πάθος αφοσιώθηκε. Έγραψε πολλά συγγράμματα και εσχολίασε αρχαίους Έλληνες συγγραφείς (Ξενοφώντα, Πλάτωνα, Ιπποκράτη, Θεόφραστο, Πλούταρχο). Πίστευε ότι το υπόδουλο έθνος, για να εξεγερθεί, έπρεπε πρώτα να διαφωτισθεί δια των κλασσικών γραμμάτων. Έργα του: «Ελληνική Βιβλιοθήκη», «Πάρεργα».
Άλλοι Διδάσκαλοι τού Γένους: Μεθόδιος Ανθρακίτης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Γρηγόριος Κωνσταντάς και Δανιήλ Φιλιππίδης (συγγραφείς τής «Νεωτερικής Γεωγραφίας»), Κων/νος Κούμας, Νεόφυτος Δούκας, Νεόφυτος Βάμβας, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Ιωάννης Βηλαράς, Αθανάσιος Χριστόπουλος, Βενιαμίν Λέσβιος, Αθανάσιος Ψαλλίδας, Θεόφικλος Καΐρης κ.ά.
[66] Ύστερα από την Άλωση και τη φυγή τών Ελλήνων λογίων στη Δύση, πυκνό σκότος αμάθειας κάλυψε την Ανατολή. Την αντιμετώπιση εκείνου τού προβλήματος ανέλαβε πρώτος ο Πατριάρχης Γεννάδιος Β΄, ο οποίος ίδρυσε το 1454 την Πατριαρχική Σχολή ή Μεγάλη Σχολή τού Γένους, η οποία και κατέστη η πρώτη εστία παιδείας.
Κατά τον 16ο αι. εμφανίζονται σπουδαίοι λόγιοι, όπως ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638), ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την παιδεία και ίδρυσε στην Κων/πολη το πρώτο τυπογραφείο. Σύγχρονοι τού Λουκάρεως υπήρξαν ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, ο Καρυοφύλλης (1570-1646) και ο Λέων Αλλάτιος, δημιουργός τής Βατικανής Βιβλιοθήκης. Στην ίδια περίοδο και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο γιος του, Νικόλαος Μαυροκορδάτος.
Κατά τον 18ο αι. κυρίως παρατηρείται ανάπτυξη τής παιδείας. Ενώ μέχρι τότε η παιδεία είχε εκκλησιαστικό και θεολογικό χαρακτήρα, τώρα γίνεται περισσότερο κοσμική. Πολλά εκπαιδευτήρια δημιουργούνται σε διάφορα μέρη (Πάτμο, Ιωάννινα, Χίο, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Τύρναβο, Αδριανούπολη). Τούτο οφείλεται στην ανάπτυξη τού εμπορίου, στην επαφή με τον ευρωπαϊκό χώρο και στην απαίτηση τών εμπόρων περί διαφορετικής μορφώσεως. Τα Ιωάννινα έγιναν κέντρο παιδείας δια της ιδρύσεως ποικιλωνύμων σχολών.
[67] τιμάριο το: <μεσν. τιμάριον<περσ. timar+-ιον. Μεγάλη έκταση αγροτικής γης που παραχωρούσε ο σουλτάνος σε στρατιωτικό, με αντάλλαγμα τη στρατιωτική υπηρεσία που πρόσφερε ο δεύτερος στο οθωμανικό κράτος.
[68] «Τσιφλικάδες και αγρότες στη Μακεδονία: Χιλιάδες εργάζονται για να τρέφουν τούς λίγους τσιφλικάδες (τιμαριούχους). Μικροί τύραννοι βυζαίνουν τον όγκο τής δουλειάς ολοκλήρων επαρχιών. Στους δυστυχισμένους αγρότες αφίνουν μόνο ένα μικρό μέρος όσο για να ζουν, τ’ άλλο το παίρνουν (οι τσιφλικάδες) και το τρώνε. Κι όσο δεν μπορούν να φάνε, το πουλούν για να ικανοποιήσουν τα γούστα τους. Στη Μακεδονία, όπως και στην Πολωνία, οι αγρότες πεθαίνουν από την πείνα και τ’ αφεντικά τους είναι φορτωμένα από χρυσάφι» (Μπωζούρ, Πίνακας τού Εμπορίου στην Ελλάδα, σελ. 84).
[69] κολήγος ο: <λατ. collega-ae (=συνάρχων, συγκαλλιεργητής, γεωργικός συνεργάτης). Ο καλλιεργητής ξένου κτήματος ή βοσκός ξένου κοπαδιού που μοιράζεται τα προϊόντα με τον ιδιοκτήτη, συνεταίρος, κολήγος.
[70] «Την γη την καλλιεργούν χριστιανοί και μουσουλμάνοι: οι σκλάβοι, οι δουλοπάροικοι (ortakci ή ortakci kul) και οι «ελεύθεροι» γεωργοί (reaya).
Μία γενική αλλά ενδιαφέρουσα περιγραφή τών ασχολιών και της ζωής τών σκλάβων μάς δίνει ο περιηγητής Georgieviz: «κάποτε είδα άνδρες να σέρνουν το άροτρο ζεμένοι στον ζυγό. Οι δούλες κρατιούνται περιορισμένες σε συνεχείς μόχθους και μακριά από τα μάτια τών ανδρών και δεν επιτρέπεται καμιά ομιλία με τους άλλους δούλους. Όποιον σκλάβωναν με την γυναίκα του και τα παιδιά του, αυτόν οι άρχοντες τον αγόραζαν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Τον έβαζαν επικεφαλής στα αγροκτήματα για να προσέχει είτε τούς αγρούς είτε τα αμπέλια είτε τις βοσκές. Όσοι γεννιούνται απ’ αυτούς γίνονται δούλοι. Αν έμεναν σταθεροί στην χριστιανική πίστη, ορίζεται ορισμένος χρόνος δουλείας, και όταν αυτός περνούσε, αφήνονταν ελεύθεροι. Τα παιδιά όμως αυτών, εκτός αν εξαγοράζονταν, έμεναν στην δουλεία. Και σύμφωνα με την θέληση τού κυρίου τους είτε έμεναν στον ίδιο τόπο είτε μεταφέρονταν αλλού. Γιατί δεν ήταν προσγεγραμμένοι σε καμιά γη, ώστε να υπάρχει ένας ορισμένος τόπος τής δουλείας τους. Αν επιθυμούν, αφού αποκτήσουν την ελευθερία τους, να γυρίσουν στην πατρίδα τους, τους δίδεται γραπτή άδεια διόδου. Όμως σ’ εκείνους που αρνήθηκαν την θρησκεία μας, δεν υπάρχει καθορισμένος χρόνος επιστροφής στην πατρίδα. Η ελπίδα τής σωτηρίας κρέμεται από την κρίση τού κυρίου. Όταν όμως πετύχουν την ελευθερία, πληρώνουν την δεκάτη, όπως οι άλλοι Τούρκοι. Δεν συμμετέχουν όμως στα άλλα βάρη, με τα οποία οι χριστιανοί πιέζονται. Σκληρή είναι η ζωή τών γεωργών. Σκληρότερα όμως ζουν όσοι αγοράζονται για ποιμενικές εργασίες. Αυτοί πρέπει να ζουν στην ερημιά, συνεχώς νύκτα και μέρα να περνούν στην ύπαιθρο. Ο άνδρας μαζί με την γυναίκα του ζουν μόνοι μέσα σε μια σκηνή, και εκτός από το καθήκον τους να φυλάγουν τα κοπάδια, αναγκάζονται στις ώρες που δεν έχουν δουλειά να κατασκευάζουν κάπες και κιλίμια. Κάθε μήνα αλλάζουν βοσκές, μεταφέρονται από βουνό σε βουνό. Όσοι (από τους κυρίους) είναι περισσότερο φιλάνθρωποι δίνουν κάποιο μικρό μισθό στους δούλους, τέτοιον που διαβάζουμε ότι πληρωνόταν από τους Ρωμαίους. Αυτό γίνεται ένα μικρό ποσό και το διατηρούν ή για οδοιπορικά, αν θα ήθελαν να γυρίσουν στην πατρίδα μετά την απόκτηση τής ελευθερίας τους, ή για άλλες ανάγκες τής ζωής. Δεν συμβαίνει όμως αυτό παντού. Αλλά και αυτό είναι ένα άθλιο καρύκευμα τής δουλείας, για να τους αποτρέπουν από την απόφαση τής φυγής. Σ’ εκείνους όμως που αρνήθηκαν τον Χριστό κι έχουν κάνει κιόλας την περιτομή, επειδή είναι σίγουροι ότι δεν θα φύγουν, δεν τους δείχνεται καμιά τέτοια εύνοια» (Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία Νέου Ελληνισμού, τ. Β΄, σελ. 16).
[71] πάροικος ο: <αρχ. πάροικος-ος-ον<παρά+οικέω. Ο διαμένων πλησίον-παραπλεύρως, ο γείτονας. Ως ουσιαστικό πάροικος ο: α) γείτονας. β) ο προερχόμενος από ξένη χώρα που διαμένει κάπου, ο μέτοικος-διαβατικός. Λατ. inquillinus. Επώνυμο Παροικάκης στην Καλλιμασιά.
Οι πάροικοι, στην περίοδο τής Τουρκοκρατίας, ήταν η πολυπληθέστερη τάξη αγροτών. Δεν είχαν δική τους αγροτική γη και εργάζονταν σε ξένα κτήματα, είτε σε τσιφλίκια είτε σε μοναστηριακές ιδιοκτησίες. Ήταν οικονομικώς εξαρτημένοι από τον γαιοκτήμονα, στον οποίο απέδιδαν μέρος τής παραγωγής ως ενοίκιο.
Συγκεκριμένα, αν ήταν μορτίτες, τότε αφενός καλλιεργούσαν με δικά τους μέσα και έξοδα την ξένη γη και αφετέρου απέδιδαν στον γαιοκτήμονα το 1/10 τής παραγωγής.
Αν πάλι ήταν ημισιαστές (μισακάρηδες), τότε είχαν την υποχρέωση να μοιραστούν την παραγωγή στη μέση με τον ιδιοκτήτη. Συνήθως ο ημισιαστής παρείχε την εργασία, ενώ ο ιδιοκτήτης παρείχε τη γη, τον σπόρο και τα ζώα άροσης. Ενίοτε ο σπόρος βάρυνε τον καλλιεργητή. Ακόμα είχαν υποχρέωση αγγαρειών (=προσωπικής εργασίας) απέναντι στον γαιοκτήμονα για δυο μέρες την εβδομάδα. Τέλος πλήρωναν κεφαλικό φόρο και άλλες έκτακτες εισφορές απέναντι στην τουρκική διοίκηση. Γενικά οι ημισιαστές-μισακάρηδες ανήκαν στην τάξη τών υπόδουλων χριστιανών (ραγιάδων) και συχνά περιήρχοντο σε δεινή θέση εξαιτίας τών αυθαιρεσιών τών γαιοκτημόνων (Τούρκων τσιφλικάδων και Ελλήνων κοτζαμπάσηδων).
[μορτή η: <αρχ. μορτή<μείρομαι. Μερίδιο τού ιδιοκτήτη επί της παραγωγής. Το συμφωνημένο ποσοστό καρπών που δίνει ο καλλιεργητής (μορτίτης/επίμορτος γεωργός, λατ. colonus partiarius) στον ιδιοκτήτη τής γεωργικής γης.
τιμισό χωράφι: το χωράφι τού οποίου τη μισή επικαρπία λαμβάνει ο ιδιοκτήτης και την άλλη μισή ο εργάτης. πομισιαρκά η (Κύπρος): το συνεταιρίζεσθαι. Και πομισιάρικος-ια-ο: <από+μισός. Συνεταιρικός. ‘Εγόρασα ένα λαχείο πομισιάρικο με τον Αντρίκκο’.
αγγαρεία η: <ελνστ. ἀγγαρεία (=υποχρεωτική δημόσια υπηρεσία)<αρχ. ἀγγαρεία (=άγγελμα, είδηση)<ἀγγαρεύω, περσικής προελεύσεως.
αγγαρεύω: <ἀγγαρεύω (=εξαποστέλλω κάποιον ως ταχυδρόμο, αναγκάζω κάποιον σε κάποια υπηρεσία)<ἄγγαρος (=βασιλικός ταχυδρόμος έφιππος) (Ανδριώτης). Περσ. agar (=επιβάλλω σε κάποιον καταναγκαστική εργασία, επιφορτίζω κάποιον να με εξυπηρετήσει)].
[72] παχτοχάρτι το: <πάχτος+χαρτί. Το συμφωνητικό μεταξύ τών συμβαλλομένων, ιδιοκτήτη-παχτωτή.
πάχτος το: <λατ. pactum<paciscor (=κάνω σύμβαση). Το μίσθωμα που καταβάλλει, σε χρήμα ή σε είδος, ο παχτωτής-ενοικιαστής. Το πάχτος δεν καταβάλλεται πάντοτε σε χρήμα. Πολλές φορές μάλιστα τούτο συμβαίνει και κατ’ απαίτηση τού ιδιοκτήτη: στα Ψαρά λ.χ., οι επαγγελματίες βοσκοί, και σήμερα ακόμα, παχτώνουν κάποια αγροτεμάχια, των οποίων οι ιδιοκτήτες απαιτούν η πληρωμή τους να γίνεται κατ’ έτος σε από πριν συμφωνημένη ποσότητα τυριού. Στη Χίο, τα αγροτεμάχια παχτώνονταν συνήθως για τέσσερα χρόνια και το πάχτος συνίστατο είτε σε χρήμα είτε όμως και σε παραγόμενο προϊόν (λάδι, μαστίχι, κρασί). Επώνυμο Παχτίτης. Λατινική ρήση: pacta sunt (nobis) servanda (=τα συμπεφωνημένα τηρητέα ημίν εστί=οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται)=oportet/decet nos servare pacta=χρή ημάς τηρείν τα συμπεφωνημένα.
[73] λημέρι το: <ολημέρι<ολημέριον (μέρος)<αρχ. ολήμερος<ολημερίζω. Ο χώρος στον οποίο βρίσκεται όλη τη μέρα κάποιος, το κρησφύγετο.
[74] χαϊντούκος ο: <ουγγρ. hajduk. Ο ληστής, επαναστάτης.
[75] δερβένι το/ντερβένι το/τερβήνι το: <τουρκ. derbent (=στενό πέρασμα, δερβένι)-ι. Στενό πέρασμα ανάμεσα σε βουνά, μονοπάτι, φαράγγι, χαράδρα, φυλάκιο σε ορεινό πέρασμα. Επώνυμα Δερβένης, Ντερβένης, Τσερβίνης.
δερβεντζής ο/τερβεντζής ο/τιρβεντζής ο: <τουρκ. derbentçi (=φύλακας δερβενίου-ορεινού περάσματος, γέφυρας κ.ά.π). Επώνυμα Δερβεντζής, Δερμεντζόπουλος, Δερβεντζάκης, Δερμεντζόγλου, Τερμεντζής, Τερμεντζόγλου, Τσεβρεντζής.
[76] παλικάρι το: <μεσν. παλληκάριον, παλ(λ)ικάριον (=νεαρός ακόλουθος πολεμιστή)<ελνστ. παλλικάριον (=νεαρός ακόλουθος) υποκορ. τού παλληκ-(πάλληξ)+-άριον (=νεαρός)<αρχ. πάλληξ/πάλλαξ (=ο νέος πριν από την εφηβική ηλικία). Συγγενείς λέξεις: παλλακίς η (=νεᾶνις, νεαρά γυνή), παλλάκιον (=νεαρός), πάλλας (=νέος), παλλακός (=ερώμενος).
[77] αρματολός ο: <αρματο-λόγος (=ο ασχολούμενος με τ’ άρματα). Ιταλ. armato (=αρματωμένος).
[78] δερβέναγας ο/ντερβέναγας ο: <τουρκ. derbentağası<τουρκ. derbent (=δίοδος)+aga (=αρχηγός). α) αρχηγός σώματος στρατού επί Τουρκοκρατίας που φρουρούσε τα στενά περάσματα, τα δερβένια. β) μεταφ.: τύραννος, κακός, αυθαίρετος. Επώνυμα Δερβέναγας, Ντερβέναγας.
[79] καπετάνιος ο: <βεν. capetan(i)o<λατ. caput-itis (=κεφάλι). Ο επικεφαλής. «μεσν. καπετάνιος<βενετ. capetanio<μεσν. λατ. capitaneus<μεσν. ελλ. καπετάνος<φρ. ‘κατ’ επάνω’(=μεσαιωνικό διοικητικό αξίωμα)» (Ανδριώτης). α) αρχηγός σώματος ενόπλων. β) κυβερνήτης πλοίου. Επώνυμο Καπετάνος στο Πυργί.
[80] αγωγιάτης ο: <μεσν. αγωγιάτης<αγώγ(ιον) -ιάτης. Ο μεταφορέας.
αγώγι το/αγώι το: <αρχ. αγώγιον (=φορτίο)<αρχ. ἄγω (=φέρω). Κόμιστρα. Παροιμιακή η φράση: «Τ΄ αγώγι ξυπνά τον αγωγιάτη».
[81] κιρατζής ο/κερατζής ο/κιαρτζής ο: <τουρκ. kiraci (=ενοικιαστής, μισθωτής)-ς. α) αγωγιάτης που διακινεί εμπορεύματα με καραβάνια. β) μεταφορέας εμπορευμάτων, οδίτης. γ) ο επαγγελματίας που πραγματοποιεί μεταφορές με φορτηγό ζώο. [κιρατζής ο (Κύπρος): <τουρκ. kiraci (=μισθωτής, εκμισθωτής, αγωγιάτης). Επώνυμο Κερετζής]. Κιράς ο (Κύπρος): <τουρκ. kira (=ενοίκιο, αγώγι ζώου). Επώνυμα Κιρατζής, Κιαρτζής.
[82]Καθοριστική υπήρξε η συμβολή τών αγωγιατών (κιρατζήδων), επί Τουρκοκρατίας, στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Ως επαγγελματίες μεταφορείς, με τα καραβάνια τους (άλογα και μουλάρια), συνέδεαν απομονωμένες περιοχές μεταφέροντας ταξιδιώτες, εμπορεύματα και ταχυδρομείο. Έκαναν στάσεις σε συγκεκριμένα σημεία, στα χάνια (πανδοχεία) για ξεκούραση. Σε μια εποχή χωρίς οργανωμένα οδικά δίκτυα οι αγωγιάτες εκείνοι μετέφεραν κάθε είδους προϊόντα (ξυλεία, υφάσματα, τυροκομικά) από ορεινές και δύσβατες περιοχές σε πόλεις και σε λιμάνια. Το επάγγελμα τού αγωγιάτη υπήρξε, για κάποιες υπόδουλες περιοχές τού ελληνισμού, η βασική ασχολία και οικονομική επιβίωση τών ανθρώπων. Οι αγωγιάτες, λόγω τών συνεχών μετακινήσεών τους, μετέφεραν νέα και ιδέες από την Ευρώπη προς την υπόδουλη πατρίδα. Προσέτι, ένεκα τής γνώσεως τού εδάφους και της ευχέρειάς τους να κινούνται στα βουνά, συνέδραμαν αποφασιστικά τον Αγώνα τού 1821, μεταφέροντας πολεμοφόδια, χρήματα, μηνύματα. Τέλος οι αγωγιάτες μετέφεραν και τους πρώτους περιηγητές (αρχαιολάτρες) που επισκέπτονταν την Ελλάδα στον 19ο αι.
Οι πλέον ονομαστοί αγωγιάτες ήταν οι Μετσοβίτες. Ασκούσαν τις μεταφορές στη Βόρεια Ελλάδα, Θεσσαλία (Ιωάννινα-Μέτσοβο-Τρίκαλα-Λάρισα) και Μακεδονία. Οι αγωγιάτες τού Βαθύπεδου Ιωαννίνων (κοντά στο Συρράκο) μετέφεραν τα προϊόντα τών τσελιγκάτων τών Τζουμέρκων στα Γιάννενα. Οι δε αγωγιάτες τής Δημητσάνας ασκούσαν το εμπόριο τής Πελοποννήσου. Το επάγγελμα τού αγωγιάτη ασκούσαν, εκτός από Έλληνες, και οι Βλάχοι και οι Αρβανίτες οι οποίοι γνώριζαν επίσης πολύ καλά τα διάφορα περάσματα.
Οι αγωγιάτες συνήθως ταξίδευαν σε καραβάνια για να προστατεύονται από ληστρικές επιδρομές.
[83] μπιστικός ο: <μεσν. μπιστικός<ελνστ. πιστικός (=πιστός, έμπιστος). Ο μισθωτός τσοπάνος.