«Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ είναι γυμνός…»

ΑΡΘΡΟ
του ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ Π. ΚΥΛΑΔΙΤΗ

Ήτανε κάποτε, αφηγείται ο παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ένας βασιλιάς που ήθελε να εντυπωσιάζει, να φοβίζει και να… αποκοιμίζει τους υπηκόους του με τα πλούσια φανταχτερά του ρούχα. Απαιτούσε λοιπόν, από τους αυλικούς και τους ράφτες του να φοράει κάθε μέρα καινούργια ρούχα. Οι ράφτες και οι αυλικοί, χαμερπείς και συμφεροντολόγοι ταυτόχρονα, προκειμένου να έχουν την εύνοιά του, κατόρθωσαν να τον πείσουν ότι μπορούν να του φτιάξουν ρούχα από ένα σπάνιο ύφασμα που θα είχαν την ικανότητα να το δουν μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι.

Θεωρώντας ο βασιλιάς ότι έτσι θα μπορεί να καταλάβει ποιοι από τους υπηκόους του είναι οι έξυπνοι και ποιοι οι χαζοί, τους διέταξε να πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά. Προσποιούμενοι οι ράφτες ότι ράβουν τα καινούργια του σπάνια ρούχα και οι παρατρεχάμενοι ότι τα βλέπουν, τον διαβεβαίωναν πως είναι πανέμορφα, μοναδικά.

Ήρθε η ώρα να τα φορέσει και να βγει στους δρόμους, για να τον καμαρώσουν οι υπήκοοι, παρόλο που και ο ίδιος δεν τα έβλεπε. Ε, δεν μπορεί να λάθευε το επιτελείο… Και τι επιτελείο!! Εδώ κατόρθωσε να κοροϊδέψει και να πείσει έναν ολόκληρο λαό πως μόνο όσοι είναι έξυπνοι μπορούν να τα δούνε.
Άρχισαν τότε να επευφημούν το βασιλιά και «ζήτω του» και «μπράβο του» και «τι ωραία ρούχα του»!! Μόνο ένα παιδάκι τόλμησε να φωνάξει την αλήθεια: «Κοιτάξτε!! Κοιτάξτε!! Ο βασιλιάς είναι γυμνός!!» Τότε, όλοι μαζί, σπάζοντας φόβο και ενοχές, είδαν την πραγματικότητα και τη φωνάξανε με θάρρος: «Ο βασιλιάς μας είναι γυμνός!!»

Έτσι, μάθαμε κι εμείς να ανεχόμαστε και πολλές φορές να επικροτούμε αυτούς που σκεπάζουν την ασχήμια· να ανεχόμαστε –ίσως και να φοβόμαστε- όσους υψώνουν τη φωνή ή αερολογούν, για να σκεπάσουν την αλήθεια. Μάθαμε από τους προφεσόρους της υποβολής να αποδεχόμαστε το μαύρο για άσπρο, το άσχημο για όμορφο, το κακό για καλό και το στραβό για ίσιο. Μάθαμε να συμβιβαζόμαστε με κακές καταστάσεις και να τις μετατρέπουμε σε μέτρο σύγκρισης των δυνατοτήτων μας. Αντί να επιδιώξουμε από το καλό το καλύτερο, συρθήκαμε στην κατάντια του «και μη χειρότερα». Στο τέλος μετατραπήκαμε σε σκιά του εαυτού μας αντί στον αληθινό μας εαυτό.

Κι οι βασιλιάδες μας, με τη σειρά τους, ρίξανε το μαγικό μανδύα της επίπλαστης ομορφιάς και με ανείπωτο θράσος «ανάπτυξη» ονόμασαν την καταλήστευση και το ξεπούλημά μας, την ίδια ώρα που χαμογελούσαν στους επικυρίαρχους. Έργα μεγαλεπήβολα σχεδιάσανε κι «ανάπλαση» τα βάφτισαν, μα ποιος θα φορτωθεί στις πλάτες του το κόστος τους απέφυγαν να πούνε.

Με λαμπερή μπογιά σάπια καλαθάκια σκουπιδιών βάψανε, μα οι τρύπες τους σαν στόματα χάσκανε που γελούσαν κοροϊδευτικά. Τοίχους ζωγραφίσανε με λογής – λογής χρώματα και σχήματα, το γκρίζο και τον όγκο του τσιμέντου να καλύψουνε, μα ο ήλιος ξεθώριασε το χρώμα και πάλι το γκρίζο ξαναφάνηκε. Σαθρά πεζούλια απ’ την οργή του καιρού και του χρόνου καλύψανε με χρώμα πλουμιστό, μα οι ζάρες των γερατειών τους τα προδώσανε αμέσως.

Παραλίες στα γούστα των επιχειρηματιών «ομορφύνανε», μα ενάντιο το κύμα στάθηκε στις απαιτήσεις τους και τις έφερε στα δικά του γούστα. Ακροθαλασσιές σκεπάσαν και πλατιούς δρόμους φτιάξανε, μα η δύναμη της θάλασσας κόντρα τούς πήγε πλημμυρίζοντας τους δρόμους.
Στραπατσαρισμένα οδοστρώματα μπαλώσανε, μα η μαρτυριάρα η νια άσφαλτος δεν έκρυψε ό,τι στραβό χάσκει εκεί και περιμένει θύμα. Υποδοχές για φωτισμό στα πεζοδρόμια αφήσανε και σε σκαμνάκια στρογγυλά τις μετατρέψανε, αφού ποτέ δεν «υποδέχτηκαν» φωτιστικά. Τις δημοσιές από χόρτα και φύλλα καθαρίσανε και με τους φυσητήρες τους τα απωθήσανε μακριά, σαν τις κακές νοικοκυρές, μα ο αέρας τα ξανάφερε στη θέση τους.
Μουσαμάδες με εικόνες απ’ τη φύση μας κρεμάσανε σε παρατημένα κτίρια. Τι πως τα ντύσανε μ’ αυτούς, αφού οι ρωγμές τους μαρτυρήσανε την εγκατάλειψη; Χώρους πολιτισμού και ιστορίας για προστασία περιφράξανε, μα μόνο τη νέκρωσή τους καταφέραν.

Πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα κρύβεται η πραγματικότητα. Λίγοι όμως τη βλέπουν. Είναι αυτοί που δε συμβιβάζονται με μισοζωή. Οι υπόλοιποι δέχτηκαν να σκεπαστεί η γύμνια, η ανημπόρια των «βασιλιάδων» τους, αφού για χάρη τους θυσιάσαν την ποιότητα της ζωής τους με την ψευδαίσθηση ότι όχι μόνο είναι ντυμένοι, αλλά φορούν και τα καλά τους ρούχα…